Μάθηση χωρίς σκέψη είναι χαμένος κόπος. Σκέψη χωρίς μάθηση είναι κίνδυνος. Κομφούκιος*
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
- Αρχική σελίδα
- Ταινίες
- Ντοκιμαντέρ
- Καλλιτεχνικά / Εκπαιδευτικά
- Οικολογία
- Φωτογραφία
- Δικαιώματα των Ζώων
- Περιβαλλοντική Εκπαίδευση
- Η ελληνική ως ξένη γλώσσα
- Δραματοθεραπεία
- Online Περιοδικά
- Διαδικτυακές διαλέξεις
- Εκπαιδευτικά Project
- Ψηφιακές Βιβλιοθήκες
- Μουσεία / Γκαλερί
- Street Art
- Εκθέσεις-Εκδηλώσεις
- Visual Research
- Απόψεις
- Κριτικοί Εκπαιδευτικοί Αναστοχασμοί
- BLOG 2
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικρο-ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικρο-ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
19 Απριλίου 2012
Εγκαταστάσεις Α.Σ.Ο. Επιταλίου, Ηλεία
Κατασκευάστηκε το 1928 και λειτούργησε για περίπου 60 χρόνια ως εργοστάσιο επεξεργασίας της τοπικής σταφίδας. Περιλαμβάνουν κτήρια διαφόρων αρχικών χρήσεων: δεξαμενές, οινοποιείο, γραφεία, υδατόπυργος, αποθήκες κλπ. Σήμερα ανήκουν στον Δήμο Βώλακος, ο οποίος και έχει καταρτίσει προμελέτη για την ανάπλαση του χώρου και τη χρήση του για πολιτιστικούς σκοπούς.
ΠΗΓΗ
Στρατώνες Καποδίστρια, Άργος
Οι στρατώνες κτίστηκαν αρχικά τη δεκαετία 1690 από τους Ενετούς και χρησίμευσαν ως νοσοκομείο, το οποίο διηύθυναν οι Αδελφοί του Ελέους. Οι Τούρκοι μετέτρεψαν το κτίσμα σε αγορά (μπεζεστένι) και κάθε Κυριακή γινόταν μεγάλο παζάρι από όλη την επαρχία. Επίσης, εκεί στεγάστηκε και το ταχυδρομείο (Μεντζή Χανέ). Γι’ αυτό και σε έγγραφα της επαναστατικής περιόδου (1828 ) το κτίριο αναφέρεται ως μπεζεστένιο ή μεντζίλιο. Κατά την επανάσταση το κτίριο υπέστη μεγάλη καταστροφή και σύμφωνα με μαρτυρίες ξένων περιηγητών είχε μεταβληθεί σε ερείπια. Ξανακτίστηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια (1828-1829 ) και λειτούργησε για πρώτη φορά ως στρατώνας ιππικού. Τότε προστέθηκε και τέταρτη πτέρυγα στη βόρεια πλευρά της μεγάλης αυλής (1830), η οποία σήμερα δεν υπάρχει. Την ανοικοδόμηση του κτιρίου είχε αναλάβει ο Ιθακήσιος αρχιτέκτονας Λάμπρος Ζαβός και την επιστασία στις εργασίες ασκούσε ο αξιωματικός μηχανικού Κ. Φωτάκης. Στο ισόγειο σταβλίζονταν τα άλογα, στον πρώτο όροφο ήταν οι θάλαμοι των στρατιωτών, ενώ στη βόρεια πτέρυγα στεγαζόταν το διοικητήριο και οι κοιτώνες των αξιωματικών. Φαίνεται όμως πως αυτή η πλευρά, που ήταν αξιολογότερη από αρχιτεκτονικής απόψεως, ανακατασκευάστηκε από τους Βαυαρούς (1833) λόγω πυρκαγιάς.
Η θλιβερή ιστορία των στρατώνων, που λίγο ακόμα και θα κατεδαφίζονταν πριν από λίγα χρόνια, αρχίζει από το 1845, όταν κάποιος «γεωμέτρης» θέλησε να οικοπεδοποιήσει τη μεγάλη αυλή και να πουλήσει τα οικόπεδα στους Αργείους. Παρά το γεγονός, πάλι, ότι κτίστηκαν για το στρατό, για μεγάλα χρονικά διαστήματα δεν υπήρχε στρατός στο Άργος. Υπάρχουν πολλά δημοσιεύματα στις τοπικές εφημερίδες, με τα οποία εκφράζονται παράπονα προς τις κυβερνήσεις και διατυπώνεται η άποψη ότι «οι Αξιωματικοί μας δεν θέλουν να μετασταθμεύσουν εις το Άργος, διά να μη χάσουν τα γλυκίσματα του ζαχαροπλαστείου Γιαννάκη, να μη χάσουν την μπύραν και την εκλεκτήν μαγειρικήν της Ήβης, διά να μη χάσουν τας λοιπάς απολαύσεις των ντελικάτων της πρωτευούσης».
Πράγματι, γύρω στο 1850 ο στρατός εγκαταλείπει το Άργος για πολλά χρόνια και μόλις το 1889 επανέρχεται κάποια μονάδα ιππικού για λίγο (1889-1890 και 1891-1892). Την επόμενη χρονιά (1893-94) οι στρατώνες μετατρέπονται σε σχολείο, επειδή η στέγη του καποδιστριακού σχολείου είχε καταρρεύσει. Το Μάιο 1899 έγιναν στους χώρους των στρατώνων τα εγκαίνια της πρώτης Πανελλήνιας Γεωργοκτηνοτροφικής έκθεσης παρουσία του βασιλιά Γεωργίου Α΄, γεγονός με πανελλήνια σημασία. Την περίοδο 1905- 1912 στέγασαν μονάδα πεζικού και στη συνέχεια Τούρκους αιχμαλώ τους των βαλκανικών πολέμων.
Το 1915 εγκαταστάθηκε και πάλι ιππικό μέχρι το 1920 περίπου και στη συνέχεια φιλοξενήθηκαν Μικρασιάτες πρόσφυγες. Την πενταετία 1927-1932 χρησιμοποιήθηκαν από τη Σχολή Έφιππης Χωροφυλακής. Τα επόμενα χρόνια (1932-1936) ο στρατός τους επισκευάζει και τότε ήταν που αντικαταστάθηκαν τα ξύλινα πατώματα του πρώτου ορόφου με τσιμέντo. Αλλά τότε κατεδαφίστηκε, δυστυχώς, η βορινή πτέρυγα, ύστερα από έκθεση κάποιου αξιωματικού του Μηχανικού και γι’ αυτό νοίκιασε ο στρατός το σπίτι του Γόρδωνος (1936).
Την ίδια χρονιά εγκαθίσταται μόνιμα το 6ο Σύνταγμα Πυροβολικού, το οποίο έλαβε μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο μαζί με πολλούς Αργείους. Κατά τη διάρκεια της κατοχής οι στρατώνες μετατράπηκαν σε άντρο ανακρίσεων και βασανισμών και ύστερα από πολλά χρόνια και για τελευταία φορά φιλοξενείται στρατός την περίοδο 1955-1968.
Το 1971 ο Δήμος Άργους τους αγόρασε από το Ταμείο Εθνικής Άμυνας σε πολύ προσιτή τιμή και η ιδέα της κατεδάφισης δεν άργησε να φανεί. Αυτό το θέμα απασχόλησε το Δήμο, τα Υπουργεία, διάφορους φορείς και το λαό του Άργους μέχρι το 1978, εξαιτίας της εμμονής του Δήμου κυρίως να κατεδαφίσει το μνημείο. Η κρισιμότερη στιγμή ήταν η 5η Μαρτίου 1977, όταν το Δημοτικό Συμβούλιο αποφασίζει την κατεδάφιση (απόφαση 48/1977). Ύστερα από δημοσιεύματα για τη διάσωση του μνημείου και τη δυναμική παρέμβαση της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ναυπλίου και του υπό ίδρυση τότε Πολιτιστικού Ομίλου Άργους και ύστερα από την επίσκεψη του τότε Υπουργού Πολιτισμού Γ. Πλυτά, οι στρατώνες κηρύσσονται διατηρητέοι.
Βιβλιογραφία
Χαρίκλεια Γ. Δημακοπούλου, « Οι Ιστορικοί Στρατώνες του Άργους», Εν Αθήναις 1980. (Ανάτυπον εκ του περιοδικού ¨ ΒΩΜΟΙ¨ , τεύχος 54 – Μάρτιος – Απρίλιος 1980).
Βασίλη Κ. Δωροβίνη, « Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος. Ιστορία και μια πολιτιστική Μάχη». Ανάτυπο από τα ¨Αρχιτεκτονικά Θέματα¨, τεύχος 13 – 1979.
Οδυσσέας Κουμαδωράκης. «Άργος τό πολυδίψιον». Εκδόσεις “Εκ Προοιμίου”. Άργος 2007.
ΠΗΓΗ
Σαπωνοποιείο Χαριλάου, Ελευσίνα
ΠΗΓΗ
Ρωσικός Ναύσταθμος, Πόρος
Στα δυτικά του λιμανιού του Πόρου, μέσα σε ένα πανέμορφο όρμο όπου καταλήγει μια πευκόφυτη κοιλάδα, είναι αμφιθεατρικά κτισμένος ο Ρωσικός Ναύσταθμος. Το σμαραγδένιο νησάκι Δασκαλιό στολίζει την είσοδο του γραφικού όρμου.Το ερειπωμένο σήμερα συγκρότημα των κτιρίων του κρύβει ιστορίες με έντονο ενδιαφέρον. Με τη συνθήκη Κιουτσούκ – Καϊναρτζή το 1774 μεταξύ της τσαρίνας Μεγάλης Αικατερίνης και του Σουλτάνου των Οθωμανών, με την οποία έληξε και ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1770 (Ορλωφικά), οι νικητές Ρώσοι επέτυχαν μεταξύ άλλων και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα του στόλου τους στις θάλασσες της Οθωμανικής επικράτειας και έκτοτε έπλεαν ελεύθερα στις ελληνικές θάλασσες και ναυλοχούσαν στα λιμάνια.
Η δραστηριότητα αυτή αυξήθηκε μετά τον νικηφόρο για τη Ρωσία πόλεμο του 1788-1792. Περίοδο κατά την οποία επέλεξαν και το απήνεμο λιμάνι του Πόρου για την δημιουργία σταθμού τροφοδοσίας του ρωσικού στόλου. Έτσι, από τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα οι Ρώσοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Στενό του Πόρου, στη θέση που σήμερα είναι το Κ.Ε..ΠΟΡΟΣ, και έκτισαν τα πρώτα κτίσματα για αποθήκες υλικού υποστήριξης των πλοίων τους και φούρνους για να ψήνουν διπυρίτη άρτο (γαλέτα) για τα πληρώματα των πλοίων τους.

Στις εγκαταστάσεις αυτές παρέμειναν μέχρι το 1830, οπότε ο Καποδίστριας ζήτησε από τους Ρώσους να αποσυρθούν από αυτές τις εγκαταστάσεις γιατί τις χρειαζόταν για την μεταφορά του Ελληνικού Ναυστάθμου, ο οποίος μέχρι τότε βρισκόταν στην περιοχή του σημερινού Γυμνασίου Πόρου και τους παραχώρησε τον βορειοδυτικό όρμο του νησιού για την ανέγερση νέων εγκαταστάσεων.
Το νέο συγκρότημα που χτίστηκε ήταν μεγαλόπρεπο και περιείχε σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό κτισμάτων για την παρασκευή γαλέτας και για την αποθήκευση υλικών, τροφίμων και γαιανθράκων που χρησίμευαν για τον ανεφοδιασμό του ρωσικού στόλου.
Ο Ρωσικός Ναύσταθμος έμελλε να παίξει τον δικό ιστορικό ρόλο σε μία αποφράδα περίοδο για το νησί του Πόρου και τους κατοίκους του, που μέσα σε έντονο εμφυλιοπολεμικό κλίμα, σύρθηκαν στον όλεθρο, τη λεηλασία των περιουσιών τους και την καταστροφή.
Τα ξημερώματα της 27ης Ιουλίου του 1831 τα Κυβερνητικά στρατεύματα του Καλλέργη και οι άτακτοι του Νικηταρά πέρασαν κρυφά με πλοιάρια των ρωσικών πλοίων που, σπεύδοντας σε βοήθεια του Κυβερνήτου, είχαν καταλάβει και ήλεγχαν το βορειοδυτικό στενό (μπογάζι) του λιμένα του Πόρου. Τα στρατεύματα αποβιβάστηκαν στον όρμο του Ρωσικού Ναυστάθμου, προωθήθηκαν αθέατα μέσα απ’ το πευκοδάσος του Νεωρίου και επιτέθηκαν αιφνίδια το πρωί στο οδόφραγμα των Ποριωτών και του οπλαρχηγού του Χριστόδουλου Μέξη στο Στενό κοντά στη σημερινή διώρυγα του νησιού, με σκοπό να καταστείλουν την ανταρσία του Μιαούλη στα πολεμικά πλοία του Εθνικού Στόλου. Το εγχείρημα δεν πέτυχε και έτσι την 1η Αυγούστου ακολούθησε η ανατίναξη των εθνικών πλοίων από τον ίδιο τον ένδοξο ναύαρχο του ’21 Μιαούλη, και η λεηλασία και πυρπόληση των Ποριώτικων σπιτιών από τους Κυβερνητικούς.Οι εγκαταστάσεις διατηρήθηκαν για αρκετό διάστημα, γεγονός που μαρτυρά η έντονη παρουσία Ρώσων που διέμεναν σε σπίτια του νησιού και προχώρησαν σε ίδρυση σχολείου. Με το πέρασμα του χρόνου όμως οι εγκαταστάσεις παρακμάζουν ταυτόχρονα με την φθίνουσα πορεία που παρουσιάζει το Ρωσικό Ναυτικό λόγω της εξασθένισης του τσαρικού καθεστώτος.
Έτσι, στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν στις άδειες από πολλών ετών αποθήκες της εγκατάστασης υπήρχε μόνο ένας Ρώσος φύλακας, ο τότε πρέσβης της Ελλάδας στη Ρωσία Αλέξανδρος Τομπάζης – Ποριώτης στην καταγωγή- εισηγήθηκε στον Τσάρο την παραχώρηση της κυριότητας του χώρου στο Ελληνικό Δημόσιο προς όφελος του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Ο Τσάρος συμφώνησε και ο Ρωσικός Ναύσταθμος περιήλθε στη δικαιοδοσία της Ναυτικής Υπηρεσίας που έδρευε τότε στον Πόρο.
Τα επόμενα χρόνια η εγκατάσταση έμεινε σε αχρηστία και έτσι ασυντήρητη άρχισε να ερειπώνεται. Κάποια στιγμή μάλιστα μέρος από το πλούσιο σε πελεκημένες πέτρες, πλάκες και ξυλεία δομικό υλικό του αφαιρέθηκε για να χρησιμοποιηθεί σε κατασκευές νέων κτιρίων στο Προγυμναστήριο.
Το τέλος έδωσε το ίδιο το ελληνικό δημόσιο με το υπ΄ αριθμ. 33410/25.2.1935 πωλητήριο συμβόλαιο που συνετάχθη στο Συμβολαιογραφείο Τροιζηνίας, εκποιώντας μια ανεκτίμητη περιοχή και πωλώντας την σε ιδιώτη. Αργότερα ακολούθησαν και άλλες αγοραπωλησίες μεταξύ ιδιωτών που οδήγησαν σε ακόμα μεγαλύτερη εγκατάλειψη του μνημείου. Το 1989 το Υπουργείο Πολιτισμού με την υπ΄αριθμ. ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/ /1482/25880/5.6.1989 απόφασή του χαρακτηρίζει τα κτίρια του Ρωσικού Ναυστάθμου ιστορικά και διατηρητέα μνημεία, ορίζοντας ζώνη προστασίας 100 μέτρων γύρω από το περίγραμμα των κτιρίων.

Έκτοτε, έγιναν πολλές απόπειρες για την τουριστική αξιοποίηση της περιοχής από τους ιδιοκτήτες του, χωρίς αποτέλεσμα, αφού το νεότερο αυτό μνημείο προστατεύεται από το ΥΠΠΟ.
Σήμερα, το όλο συγκρότημα αποτελείται από το κυρίως κτίριο και τα παρακείμενα κτίσματα, όλα ερειπωμένα. Το κυρίως κτίριο που δεσπόζει πάνω στην παραλία και θυμίζει κάτι από την παλιά μεγαλοπρέπεια της Ρωσικής αυτοκρατορίας, αποτελείται από τρεις στενομέτωπους, ορθογωνικής κάτοψης χώρους τοποθετημένους στη σειρά, που στεγάζονται με ισάριθμους μεγάλους θόλους. Η όψη τους προς την παραλία είναι σχεδόν διώροφη και χωρίζεται σε δύο ζώνες με μια οριζόντια διακοσμητική ταινία από λείο σοβά, υπογραμμιζόμενη στη βάση της με ελαφρά εξέχουσες σχιστόπλακες. Οι θόλοι κρύβονται με ψηλό στηθαίο που κοσμείται με οριζόντια μαρμάρινη ταινία με γραμμικές κάθετες ραβδώσεις. Τα ανοίγματα τοποθετούνται αξονικά και επαναλαμβάνονται ρυθμικά, ίδια για κάθε θόλο και έχουν γραμμικό πέτρινο υπέρθυρο με διακοσμητικό κλειδί. Στο εσωτερικό οι θόλοι έχουν κατεδαφιστεί και διακρίνονται τα ίχνη τους πάνω στους τοίχους.

Η διατήρηση της φυσιογνωμίας του τοπίου και των μνημείων του αποτελεί κύρια επιδίωξη όλων στο νησί, ως ένδειξη σεβασμού στη Φύση, στην Παράδοση, στην Ιστορία. Ο Δήμος Πόρου, θέλοντας να αναδείξει έναν χώρο που υπέχει φύσει και θέσει χώρο θεάτρου από το 1992 τον αναδεικνύει ως χώρο πραγματοποίησης πολιτιστικών εκδηλώσεων, τις οποίες ανοίγει το χοροθέατρο της Σοφίας Σμαΐλου με την παράσταση “Η επιστροφή του Οδυσσέα”.
Έκτοτε, με την άδεια της Εφορείας Νεοτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και την ευγενή παραχώρηση των ιδιοκτητών του πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις: συναυλίες, θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις.
To 2008 ο Δήμος Πόρου ανταποκρίθηκε στην πρόταση του ΕΚΕΘΕΧ για την ανάδειξη δημόσιων χώρων που μπορεί να λειτουργήσουν ως χώροι θεάτρου και κατόπιν αυτοψίας που πραγματοποίησαν στο νησί του Πόρου, επέλεξαν το μνημείο του Ρωσικού Ναυστάθμου ως τον ιδανικό χώρο για την πραγματοποίηση των παραστάσεων του artlocus. Η επανασήμανση του χώρου με δημιουργικούς τρόπους, ενδυναμώνει τη σχέση των κατοίκων με το μνημείο, προσδίδοντάς του μια δυναμική και κατά τη σύγχρονη εποχή, αφήνοντας παράλληλα ελπίδες για τις δυνατότητες πολιτισμικής αξιοποίησής του και για το μέλλον.
ΠΗΓΗ
11 Απριλίου 2012
Μαθητριών ιστορίες στο Αμιγές θηλέων - Νίτσα Κολιού
Η δημοσιογράφος Νίτσα Κολιού έχει απασχοληθεί επί δεκαετίες στις εφημερίδες του Βόλου "Ταχυδρόμος" και "Θεσσαλία". Παράλληλα ήταν ανταπκρίτρια αθηναϊκών εφημερίδων. Είχε επίδοση σ' όλους τους τομείς της συντακτικής εργασίας και είχε μετάσχει σε δημοσιογραφικές αποστολές στο εξωτερικό. Ιδιαίτερα κατέγινε στην έρευνα μεγάλων ιστορικών θεμάτων του τόπου, όπως μαρτυρεί και το συγγραφικό της έργο. Τα βιβλία της: "Άγνωστες πτυχές Κατοχής και Αντίστασης 1941-44", το 1985, τόμοι 2, "Οι ρίζες του Εργατικού Κινήματος και ο "Εργάτης" του Βόλου", το 1988, "Τυπο-φωτο-γραφικό Πανόραμα του Βόλου (ιστοριογραφία του τοπικού Τύπου), το 1991, τόμοι 2, "Τα Βελεστινιώτικα", το 1993, "Η βιομηχανία του Βόλου", το 1994, "Οι πρωτοπόροι της περιοχής Αλμυρού" (χρονικό του Αγροτικού Συνεργατισμού), το 1996 και "Ενθύμιον Εκπαιδεύσεως Θηλέων", το 1997. Η Νίτσα Κολιού είναι η πρώτη γυναίκα της θεσσαλικής μαχόμενης δημοσιογραφίας και η πρώτη γυναίκα πρόεδρος Ένωσης Συντακτών. Επί της προεδρίας της, επί 4 διετείς θητείες, στην Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας και Εύβοιας, συνέβαλε στην επίλυση θεσμικών προβλημάτων του κλάδου. Ανέπτυξε και κοινωνική δραστηριότητα ως μέλος διαφόρων σωματείων και οργανισμών (ιδρυτικό μέλος Λέσχης Εργαζομένου Κοριτσιού, Εταιρίας Μελέτης και Προστασίας Περιβάλλοντος Νομού Μαγνησίας, Σοροπτιμιστικού Ομίλου, Ομίλου Ουνέσκο, μέλος Δ.Σ. του Νοσοκομείου Βόλου και του Δημοτικού Κέντρου Ιστορικών Ερευνών). Έτυχε τιμητικών διακρίσεων από τους δήμους Βόλου, Αλμυρού και Αγριάς, από το Εργατικό Κέντρο Βόλου, από τον σύλλογο Βελεστινιωτών Αθηνών και από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Συντακτών (ΠΟΕΣΥ).
17 Ιανουαρίου 2012
Thomas W. Laqueur ΟΙ ΚΑΤΑ ΜΟΝΑΣ ΗΔΟΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΥΝΑΝΙΣΜΟΥ
Thomas W. Laqueur
ΟΙ ΚΑΤΑ ΜΟΝΑΣ ΗΔΟΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΥΝΑΝΙΣΜΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΠΕΛΑΓΙΑ ΜΑΡΚΕΤΟΥ
ΣΕΙΡΑ: ΝΕΦΕΛΗ / ΙΣΤΟΡΙΑ
Διεύθυνση: Αντώνης Λιάκος • Επιμέλεια: Έφη Γαζή
Πρόκειται για την πρώτη πολιτισμική ιστορία που γράφτηκε για την πιο κοινή σεξουαλική πρακτική του κόσμου: τον αυνανισμό. Σε μια εποχή σαν τη δική μας, στην οποία όλες σχεδόν οι αβλαβείς σεξουαλικές πρακτικές διαθέτουν τους δημόσιους υπερασπιστές τους και όλες σχεδόν οι σεξουαλικές πράξεις μπορεί να βρεθούν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, η πιο απλή και πιο αθώα ανάμεσά τους προκαλεί αμηχανία, δυσφορία και, όταν ομολογείται ανοιχτά, αναδεικνύεται γνήσια ριζοσπαστική. Ωστόσο, δεν συνέβαινε έτσι ανέκαθεν. Ο αυνανισμός ενδιέφερε ελάχιστα τον αρχαίο κόσμο, ενώ δεν αποτέλεσε σπουδαίο μέλημα ούτε της εβραϊκής ούτε της χριστιανικής διδασκαλίας για τη σεξουαλικότητα. Ο Τόμας Λακέρ καταδεικνύει με θεαματικό τρόπο ότι στην πραγματικότητα οι κατά μόνας ηδονές αναδύονται ως σημαντικό ιατρικό και ηθικό ζήτημα σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, η οποία εντοπίζεται με σπάνια ακρίβεια στα χρονικά της πολιτισμικής ιστορίας: το κατά μόνας βίτσιο ή μόλυνση ή σεξουαλική κατάχρηση του εαυτού, όπως ονομάστηκε, γεννήθηκε γύρω στο 1712. Ο αυνανισμός, που υπήρξε δημιούργημα του Διαφωτισμού, δεν ανησύχησε τους συντηρητικούς, οι οποίοι τον θεωρούσαν για αιώνες ένα από τα πολλά σαρκικά αμαρτήματα· αντίθετα, εκείνοι που πρώτοι ανησύχησαν για αυτόν ήταν οι προοδευτικοί, οι οποίοι αντιμετώπιζαν θετικά τη σεξουαλική απόλαυση, όμως αγωνίζονταν να δημιουργήσουν μια ηθική φιλοσοφία με επίκεντρο το αυτεξούσιο. Ο αυνανισμός, η πρώτη αληθινά δημοκρατική έκφανση της σεξουαλικότητας, αφορούσε τις ηθικές αρχές τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών, τόσο των νέων όσο και των ηλικιωμένων.
Το Κατά μόνας ηδονές εξηγεί πώς και γιατί τούτο το ταπεινό και σε άλλες εποχές αφανές μέσο σεξουαλικής ευχαρίστησης μετατράπηκε σε κακό δίδυμο αδελφάκι των σημαντικότερων αρετών που ενστερνίστηκε η νεωτερική εμπορική κοινωνία: της ατομικής ηθικής αυτονομίας και της ιδιωτικότητας, της δημιουργικότητας και της φαντασίας, της αφθονίας και της επιθυμίας. Δείχνει πώς ένα ηθικό πρόβλημα μετατράπηκε σε ιατρικό, πώς ορισμένοι από τους πιο διάσημους γιατρούς του δέκατου όγδοου και του δέκατου ένατου αιώνα πείστηκαν ότι ο αυνανισμός σκότωνε ή ακρωτηρίαζε τους δράστες. Η παράδοση αυτή μετασχηματίστηκε από τον Φρόυντ και τους επιγόνους του στις αρχές του εικοστού αιώνα: τώρα πια ο αυνανισμός όριζε ένα στάδιο στην εξέλιξη της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, μετατράπηκε σε θεμελιώδη έκφανση της σεξουαλικότητας την οποία ο πολιτισμός διέπλαθε σύμφωνα με τις ανάγκες του. Στον ύστερο εικοστό αιώνα, τέλος, ορισμένοι θεώρησαν τον αυνανισμό κομβικό στοιχείο του αγώνα για τη σεξουαλική, την προσωπική αλλά και την καλλιτεχνική απελευθέρωση. Ο ιστορικός Τόμας Λακέρ επεξεργάζεται πρωτογενείς πηγές οι οποίες εκτείνονται από την προϊστορία του μοναχικού έρωτα στη Βίβλο μέχρι το τρίτο κύμα του φεμινισμού, την εννοιακή τέχνη και το διαδίκτυο, ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί ιατρικά και φιλοσοφικά κείμενα αλλά και προσωπικά ημερολόγια, αυτοβιογραφίες καθώς και την πορνογραφία, προκειμένου να αφηγηθεί την ιστορία μιας πράξης η οποία εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στα τελευταία ταμπού που έχουν απομείνει.
O Thomas W. Laqueur είναι Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ στην Καλιφόρνια. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην πολιτισμική ιστορία του νεότερου κόσμου, στην ιστορία του φύλου και στην ιστορία της σεξουαλικότητας. Η πλούσια εργογραφία του περιλαμβάνει τα βιβλία Κατασκευάζοντας το φύλο. Σώμα και κοινωνικό φύλο από τους αρχαίους Έλληνες έως τον Φρόυντ, καθώς και Religion and Respectability: Sunday Schools and Working Class Culture, 1780-1851.
16 Ιανουαρίου 2012
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



