Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Βάρναλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Βάρναλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9 Φεβρουαρίου 2012

Κώστας Βάρναλης. Στην εξορία (Μελοποίηση Γιάννη Ζουγανέλη. Δίσκος: Λαϊκή Ανθολογία Βάρναλη "Στην εξορία", Οχτώβρης 1935)



Μελοποίηση Γιάννη Ζουγανέλη.Δίσκος: Λαϊκή Ανθολογία Βάρναλη
Στην εξορία (Οχτώβρης 1935)

Μας σιδεροδέσανε τα χέρια
και μας κλείσαν ολούθε μαλινχέρια.

Μας μετρήσανε, κάπου εξηνταριά,
και μας ζυγιάσαν την ψυχή -- βαριά!

Μουδιάσανε σφιχτόδετα καιρό
χέρι δεξί με χέρι αριστερό.

Μουδιασμένο και τ' άλλο μας, που εκράτει
βαλίτσα ή δέμα για τον Άη -- Στράτη.

Κατάχαμ' Αρετή, Μυαλό και Νιάτα!
Τον κάλλιον ο χειρότερος επάτα...

Τυχερέ, κείνο τ' άθλιο δειλινό
σε δέσαν με το Δάσκαλο Γληνό.

Μεγάλα μάτια αστραφτερά, στητός
κι ατάραγος πάνου απ' τη Μοίρα αφτός,

κοιτούσε την ερχόμενην ευδία.
Συ νεβρικός από την αηδία.

Μαζί μας, τελεφταίοι, με το βαπόρι
πρεζάκηδες, αλάνια, λαθρεμπόροι.

Ξεπίτηδες, για να φανεί, πως ίσια
λογιούνται η Λεφτεριά και τα χασίσια.

Μα το καλογεράκι απ' τ' Αγιονόρος,
που πέταξε τα ράσα, ο θεοφόρος,

και το πιάσανε νύχτα στην Ομόνοια,
ξουρισμένα μουστάκια και σαγόνια,

μαζί μας δεν το δέσανε. Βλακεία
να πομπέψουν πατρίδα και θρησκεία!

Έτσι μας εφορτώσαν στο βαπόρι,
τους πατριώτες οι πατριδεμπόροι.

Εξορία στο λαό, χέρια δεμένα,
για να ρθει ο Εξορισμένος απ' τα ξένα,

να χωρίσει το Έθνος και να βάλει
τη μια μεριά να πολεμάει την άλλη.

Κώστας Βάρναλης - Πρόλογος (Σκλάβοι Πολιορκημένοι)


Κώστας Βάρναλης (Πύργος Αν.Ρωμυλίας 1884 - Αθήνα 1974)
Ο Κώστας Βάρναλης απαγγέλλει το ποίημά του "Σκλάβοι Πολιορκημένοι"

Ο Γιάννης Ρίτσος απαγγέλει Κώστα Βάρναλη



Είχα γυναίκα, είχα και ζα,
είχα μια Βάσω με βυζά,
μα προκοπή δεν είχα.
Σε ποιο χαρέμι να παχαίνη
στα μαξιλάρια ξαπλωμένη
μασώντας τη μαστίχα!

Μ' αν κυλήση μια ο τροχός
και στην Πόλη μπούμε,
σκλάβες, χανουμόπουλα,
πόχει να τραβούμε!

Άι! με το γύφτικο ζουρνά,
με νταγερέ, που κουδουνά,
σύρε σκοπόν αντάμικο!
Εστράβωσα τη φέσα μου -
έρωτας που 'ναι μέσα μου,
για να χορέψω τσάμικο!

Κάνε θάμα, πλόσκα μου,
ξύλο τσιμισίρι,
γίνε βρύση γάργαρη
με χιλιάδες πείροι!

Νάστε γεροί, νάστε καλά,
με τα τσαπράζια τα πολλά
και τα μεγάλα ονόματα
κοτζαμπασήδες όλοι πρώτης,
και με τους διάκους ο δεσπότης
τζιλβέδες και καμώματα!

Χίλια χέρια κι άρματα
νάχα να σας φράξω,
νάχα και δυο κέρατα
τον οχτρό να σκιάξω!

Για να βαστάξη όσο μπορεί
το μακελλειό, νάστε γεροί
της Πέννας αντρειωμένοι!
Κανοναρχάτε τ' όνομά μας,
σίντας η Δόξα μελετά μας
στα σκελετά γερμένη!..

Νάχαμ' ένα βασιλιά,
για να μας θαμπώνη,
με λειρί στο κούτελο,
με φωνή τρομπόνι!

Σου φτάνουν σένα τα χωριά
της Ρούμελης και του Μωριά -
και ναν' πολλά σου τα έτη!
Μα η Έγριπο με το μπουγάζι,
που άμετρο ψάρι κατεβάζει,
δικό μου βιλαέτι!

Έχω τρύπα το βρακί,
λίγδα στην καπότα μου,
έχω ψείρα σαν κουκκί
και βρωμούν τα χνώτα μου!..

Έχω νοήματα σοφά!
Σ' αγιονορίτικο σοφά,
στα λάδια και στα πάχη
κολύμπησα, μα πάντα μένει
άδεια η κοιλιά και τουρλωμένη -
ανεμογκάστρι θάχη!

Τι λαμπρός πουν' ο καιρός -
πόσο εγώ 'μαι ωραίος!
Έφαγα έναν πόντικα -
δόξα νάχη ο Θέος!

Η σάρκα και τα κόκκαλα,
λάσπη πολλή και φρόκαλα,
πατρίδα μου χαλάλι σου!
Σαν είν' οι αφέντες σου δικοί,
θάναι κ' η ζήση σου γλυκή
κι ανέγνοιο το κεφάλι σου!

Το χαράτσι, τα παιδιά -
μοναχός να κρίνης! -
άλλο να στα παίρνουνε
κι άλλο ναν τα δίνης!

Όλα εδώ χάμου ψεύτικα -
Δε σ' έζησα, ωνειρεύτηκα,
μαύρη ζωή, όλη πίκρα! -
μα θα χαρώ σε Λευτεριά,
αιώνια Αλήθεια κι Ομορφιά,
σαν θα περάσω Αντίκρα.

Νάχαμ' ένα βασιλιά,
δράκο με χοντρόλαιμο,
σέρτικο κι αράθυμο,
για να κάνη πόλεμο!

...Άμποτε λίγο να δυνόμουν,
για μια στιγμή να τρελλαινόμουν -
ο σαλεμένος νους
και τα κλεισμένα τσίνορα
να μην ξαμώνουν σύνορα
και χώριους ουρανούς,

να ιδώ τον κόσμο ανάποδα,
τον αδερφό μου ξένο
και τον οχτρόν αδέρφι μου
αδικοσκοτωμένο!

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ - ΕΚΠΟΜΠΗ "ΔΕΝ ΑΝΘΙΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ"


Δεν άνθησαν ματαίως. Αφήγηση Σοφία Αδαμίδου.

Κώστας Βάρναλης - Θάλασσα (πρόλογος στο "φως που καίει") (απαγγέλει ο ποιητής)






Να σ' αγναντεύω θάλασσα, να μη χορταίνω
Απ' το βουνό ψηλά.
Στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
Απ' τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο, όντας
μετ' άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ' τα σύνεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,
τ' ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ' ένα καράβι
ν' ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Ξανανιωμένα απ' το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά
τα πεύκα, τα χρυσόπευκα, κι' ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

Κι' αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό
τα ερημικά χιονόσπιτα-κι' αυτά μες στ' όνειρό τους
να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι' αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακρυά απ' τη μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυά πολύ κι' από τους μαύρους κολασμένους ....

Κώστας Βάρναλης - Οι Μοιραίοι (απαγγέλει ο ποιητής)


΄
΄

ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές,
(απάνου εστρίγγλιζε η λατέρνα)
όλη η παραία πίναμε εψές,
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ο ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής,
ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Οσο κι ο νους αν τυραννιέται
άσπρην ημέρα δε θυμιέται!

(Ηλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος του άσωτου ουρανού,
ω! της αυγής κροκάτη γάζα
γαρούφαλλα του δειλινού,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!)

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος - ίδιο στοιχιό
του άλλου κοντόμερη η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό,
στο Παλαμίδι ο γυιός του Μάζη
κ' η κόρη του γιαβή στο Γκάζι.

-Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
-Φταίει ο θεός που μας μισεί!
-Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
-Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
"ποιος φταίει; Ποιος φταίει;... κανένα στόμα
δεν τόβρε και δεν τόπε ακόμα.

Ετσι, στην σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σαν τα σκουλήκια κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει, μας πατεί:
δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα!
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Ο Κώστας Βάρναλης (1883-1974) απαγγέλει το τελευταίο του Ποίημα





Με πάθος την αλήθεια φανερώνω,
μα ποιος μ ακούει; Κάτι άγουρα παιδιά.
Γυροκοιτάω, κανένας δε με ξέρει,
όπως κι εγώ δεν ξέρω τον εαυτό μου.
Πλήθος μεγάλοι στο Μουσειο της Τέχνης,
αθάνατοι όλοι, λίγοι μόνο ζούνε.
Οκτώβρης 1974

Το ποίημα αυτό είναι γραμμενο αμέσως μετά την πτώση της χούντας και βρίσκεται στη συλλογή Οργή λαού που εκδόθηκε μετά τον θανατό του.

Κώστας Βάρναλης - Η μπαλάντα του κυρ-Μέντιου (απαγγέλει ο ποιητής)



25 Δεκεμβρίου 2011

Κώστας Βάρναλης, "Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη"


Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα «εις ύφος Παπαδιαμάντη», αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές.
ΚΑΤΕΒΑΣΜΑ 
back to top