29 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΑΘΗΣΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΥΣΛΕΞΙΑΣ


Tης Aλεξάνδρας Kασσίμη. 

H εκμάθηση της Aρχαίας Eλληνικής, εκτός από μέσο διατήρησης της γλωσσικής παράδοσης, αποτελεί όπλο κατά της δυσλεξίας και άλλων μαθησιακών δυσκολιών, φαινόμενα που κάνουν έντονα την εμφάνισή τους τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με τα συμπ εράσματα τριετούς έρευνας του Aνοικτού Ψυχοθεραπευτικού Kέντρου και του Iνστιτούτου Διαγνωστικής Ψυχολογίας. 

ΜΑΘΗΣΙΑΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ Αρχαία Ελληνικά κατά της δυσλεξίας

Την ωφέλεια που προκύπτει για τη διαμόρφωση και τη σωστή χρήση του εγκεφάλου... αναγνωρίζουν ξένοι καθηγητές, οι οποίοι προτείνουν τη συστηματική διδασκαλία της γλώσσας σαν θεραπεία σε δυσλεκτικά παιδιά, ενώ εδώ τείνουν να εξαφανιστούν ολοκληρωτικά από την εκπαίδευσή μας.


ONLINE ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ: «Εισαγωγή στη Μουσικοθεραπεία»

Δείτε ψηφιοποιημένες τις διαλέξεις του σεμιναρίου "Εισαγωγή στη Μουσικοθεραπεία" που έλαβε χώρα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το 2012 με την πρωτοβουλία του Συλλόγου Φίλων της Μουσικής.


Τετάρτη 16 Μαΐου 2012
«Μουσικοθεραπεία και ψυχική υγεία» 
Δημήτρης Κουκουράκης, Ευαγγελία Παπανικολάου, μουσικοθεραπευτές
Δείτε το βίντεο της διάλεξης

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012
«Μουσικοθεραπεία στην ειδική αγωγή»
'Aννα Μπέμιχ, μουσικοθεραπεύτρια
Δείτε το βίντεο της διάλεξης

 Τετάρτη 30 Μαΐου 2012
«Μουσικοθεραπεία για μουσικούς και καλλιτέχνες: στόχοι, προοπτικές και οφέλη» 
Ευαγγελία Παπανικολάου, μουσικοθεραπεύτρια
Δείτε το βίντεο της διάλεξης

27 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΕΙΜΕΝΑ ΝΕΟΕΛΛ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Α' ΛΥΚΕΙΟΥ: Γιώργος Σεφέρης, "Ελένη" -ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ: Το τραγούδι του Δημόδοκου από την Οδύσσεια

Επικός τραγουδιστής. Κρητική γεωμετρική μπρούτζινη φιγούρα. Μουσείο Ηρακλείου.


Αγγλική περίληψη του γερμανικού άρθρου “Homer-Singen” (Wiener Humanistische Blatter, 1995, σ. 5-20) το οποίο παρουσιάζει μια θεωρία για τις αρχές του μουσικού αυτοσχεδιασμού των αοιδών της Ομηρικής εποχής βασισμένη στην προσωδία και τη ρυθμική δομή των κειμένων. Η περίληψη συνοδεύεται από σύντομη βιβλιογραφία και ψηφιοποιημένες ηχογραφήσεις με δείγματα μουσικού αυτοσχεδιασμού πάνω στο τραγούδι του Δημόδοκου από την Οδύσσεια. Η βιβλιογραφία τέλος παραπέμπει στο πρωτότυπο γερμανικό άρθρο αφενός σε μορφή ιστοσελίδας και αφετέρου σε μορφή pdf (κατάλληλη για εκτύπωση).

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ


Ψηφιοποιημένες ηχογραφήσεις αποσπασμάτων αρχαίας ελληνικής μουσικής όπως αυτά έχουν ανασυσταθεί με βάση επιστημονικές εκδόσεις χειρογράφων και επιγραφών...

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Οι 10 τίτλοι που ακολουθούν, προτείνονται και σχολιάζονται από τον μουσικολόγο Παναγιώτη Βλαγκόπουλο, και αποτελούν συμπλήρωμα της "Επιλογής Βιβλιογραφίας για την Αρχαία Ελληνική Μουσική" που φιλοξενούσε η ιστοσελίδα της Βιβλιοθήκης τα τελευταία χρόνια.
Μπορείτε να δείτε όλους τους τίτλους, παλιούς και νεότερους, συγκεντρωμένους.

26 Σεπτεμβρίου 2012

ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Πώς δει επιστημονικήν εργασίαν συγγράφειν


(Οι παρακάτω σημειώσεις οφείλουν πολλά σε ανέκδοτο συναφές κείμενο, αλλά και πολύωρες προσωπικές συζητήσεις, του κ. Δημήτρη Λέκκα, ΣΕΠ ΕΑΠ, τον οποίο και ευχαριστώ θερμά.)

 Κυριάκης Κωνσταντίνος (Med)

Εισαγωγικά 
Η συγγραφή μιας επιστημονικής–φοιτητικής εργασίας για το ΕΑΠ οφείλει να υπακούει σε ορισμένα αιτήματα του επιστημονικώς γράφειν



Προεργασία – Συλλογή του υλικού
Κατανόηση των ζητουμένων του θέματος, ήτοι του ‘πνεύματος της ερώτησης’. Βασικές έννοιες – κλειδιά, που ορίζουν το πλαίσιο που θα κινηθούμε.  Διερεύνηση του εννοιακού εύρους των λέξεων και των συνδυασμών τους.

Βιβλιογραφική έρευνα:

Πεδία έρευνας

Χώροι έρευνας

Μελέτη του υλικού που αφορά στο θέμα μας.  Ανάπτυξη ικανότητας διάκρισης σημαντικών από επουσιωδών στοιχείων

Οργάνωση και ταξινόμηση υλικού

Αποδελτίωση με βάση τα ερωτήματα και τις επιμέρους πτυχές του προς διερεύνηση ζητήματος = ο ορισμένος θεματικός άξονας



Συγγραφή της εργασίας

Πλάνο: δομή (άρθρωση μερών) και θεματικούς πυρήνες, ήτοι κύρια στοιχεία περιεχομένου Επιγραμματικά τις βασικές μας θέσεις

Πίνακας Περιεχόμενων

Περίληψη (ακόμα και για προσωπική χρήση)

Εισαγωγή (περίπου 2 παραγράφους)

Ποιο είναι το αντικείμενο, ο σκοπός και οι στόχοι της εργασίας και ποια μεθοδολογική προσέγγιση ακολουθούμε

Κύριο μέρος 

Κεφάλαια (τιτλοφορημένα, συνήθως τόσα όσα και τα ζητούμενα του θέματος) και παραγράφους

Επαγωγικά: από παράγραφο σε παράγραφο (δομή παραγράφου: εισαγωγή – ανάπτυξη – συμπέρασμα) και από ενότητα σε ενότητα

Όχι επικαλύψεις κτό.

Συμπεράσματα ή Σύνοψη

Τι είπαμε

Βιβλιογραφία (Σύνταξη βιβλιογραφίας)



Υφολογικά Ζητήματα 
Διαλεκτική: χειρισμός των αντιθέτων, κανόνες λογικής συνεπαγωγής, ανάλυσης και σύνθεσης, αφαίρεσης και δομής

Όχι γενικεύσεις!

Όχι εννοιακές μεταπτώσεις!

Μικρές προτάσεις, σαφήνεια, συντομία, απλότητα

Ποικιλία έκφρασης

Προσοχή στην εναλλαγή ενεργητικής και παθητικής σύνταξης


Τεχνικά Ζητήματα 
Διάστιχο, γραμματοσειρά κ.τ.ό.

Υποσημειώσεις, Παραπομπές 



Ακροτελεύτιες Παρατηρήσεις 
Δεν εκθέτουμε προσωπικές-υποκειμενικές απόψεις και εντυπώσεις. Τεκμηριώνουμε και αναδεικνύουμε συγκεκριμένες απόψεις στη βάση συλλογισμών, οι οποίοι εδράζονται και αφορμώνται από τη βιβλιογραφική επισκόπηση

Προσοχή: Να μην παρουσιάζουμε ολόκληρα αποσπάσματα από τη βιβλιογραφία, αλλά να παραφράζουμε. Πάντα δηλώνοντας την πηγή.

Επιλογικά 
Σκέψη. Διερεύνηση. Ανάλυση. Επεξεργασία. Κριτική Ενάργεια. Απόρριψη. Δόμηση.

Αναζητείστε και αξιοποιείστε το σύνολο της γνώσης, εμπειρίας και συλλογιστικής σας κριτικά.

Υποθέτετε [1] και Συμπεραίνετε.

Να πείθετε τον εαυτό σας πρώτα και μετά να εκφράζεστε. P.S.

Διαβάστε τις αναλυτικές οδηγίες για τη συγγραφή μιας επιστημονικής εργασίας στο http://www.cretaadulteduc.gr/cms/?q=node/30 [1]

Προσοχή: Μην υποθέτετε ένα δεδομένο, ως γραμμή τεκμηρίωσης του οποίου προσκομίζετε την ίδια την αρχική σας υπόθεση.

ΠΗΓΗ

ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Έρευνες-Διατριβές


ΓΕΝΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΕΚΠΟΝΗΣΗΣ ΓΡΑΠΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ (ΕΑΠ, ΕΚΠ 51)
Το κείμενο αυτό έχει στόχο να βοηθήσει τους φοιτητές στην εκπόνηση των γραπτών εργασιών τους.




ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Καλλιρόη Παρρέν Η συνετή απόστολος της γυναικείας χειραφεσίας - Η ζωή και το έργο


Συγγραφέας: Μαρία Αναστασοπούλου 
Εκδότης: Ηλιοδρόμιο 
Αριθμός Σελίδων: 544 
Έτος Έκδοσης: 01-2003
Η Καλλιρόη Παρρέν, παρά το ξενικό της επώνυμο, ήταν ακραιφνής Ελληνίδα, καταγόμενη από το γένος Σιγανού και από το ‘’ξακουσμένο νησί της Κρήτης’’, όπως με υπερηφάνεια δήλωνε ή ίδια στο Διεθνές Συνέδριο του Παρισιού το έτος 1889. Έγινε, όμως, η γνωστή με το επώνυμο του γαλλο-αγγλικής καταγωγής συζύγου της Ιωάννη Παρρέν, όπως ήταν τότε ο νόμος και το έθιμο. Η πρώτη επιτυχημένη γυναίκα δημοσιογράφος και εκδότρια της Εφημερίδος των Κυριών (1887-1917), η Καλλιρόη Παρρέν έζησε σε μια εποχή σημαντικών κοινωνικών ζυμώσεων. Η ίδια υπήρξε υπεύθυνη για τις πρώτες κοινωνικές και θεσμικές αλλαγές τις σχετικές με τη θέση της γυναίκας στον εκπαιδευτικό, εργασιακό και οικογενειακό χώρο. Ήταν η γυναίκα που έθεσε επί τάπητος το «γυναικείο ζήτημα» και ανάγκασε την ελληνική κοινωνία να το αναγνωρίσει κα να το κουβεντιάσει. Οραματίστηκε να αφυπνίσει την Ελληνίδα και να την στρατολογήσει στην εθνική αναγέννηση της Ελλάδας ένα έργο ζωής, το οποίο βρήκε και λογοτεχνική έκφραση μέσα σε έξι μυθιστορήματα, τρία θεατρικά έργα, ιστορικές μελέτες και διηγήματα, έργα τα οποία αναλύονται στην μελέτη αυτή.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Γεφυρώνοντας τις γενιές - Διεθνές συνέδριο, Βόλος, 25-27 Μαϊου 2012

Έμφυλες διαστάσεις της μετανάστευσης στην Νοτιοανατολική Ευρώπη

Ηλεκτρονικό περιοδικό του Δικτύου Εκπαίδευσης Ενηλίκων Κρήτης - τχ. 5, αφιερωμένο στην προφορική ιστορία.

Βάση δεδομένων για μαρτυρίες Εβραίων της Ελλάδας επιζώντων της Shoah

The International Oral History Association

Oral History Society (UK)

Therapeutic Living with Other People's Children - An oral history of residential therapeutic child care, 
c.1930 - c.1980

Voluntary Action History Society

Occupy Oral History - an international group

The making of oral history, Graham Smith

Oral History, Graham Smith - a PDF guideAbstracting Oral History - a how–to guide
How to Record an Oral History Interview - a how–to video, East Midlands Oral History Archive, University of Leicester

Vermont Folklife Center - Πληροφορίες για εργαλεία

ΠΗΓΗ

Προφορική Ιστορία και Μουσεία – Μια πρώτη προσέγγιση


Μαρία Ρεπούση, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας και Ιστορικής Εκπαίδευσης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Η προφορική ιστορία κερδίζει συνεχώς έδαφος όχι μόνο ανάμεσα στους επαγγελματίες ιστορικούς αλλά και στην κοινότητα, στην εκπαίδευση και τις τελευταίες δεκαετίες στα μουσεία. Σ’ αυτή τη σχέση, προφορικής ιστορίας και μουσείου, εστιάζει το παρόν άρθρο. Η στροφή των μουσείων, παγκόσμια, από τα εκθέματα στις ερμηνείες και στα νοήματα διαμορφώνει το πλαίσιο ενός αυξανόμενου ενδιαφέροντος αξιοποίησης της προφορικότητας στις εκθέσεις τους. Τα σύγχρονα μουσεία χρησιμοποιούν την προφορική ιστορία, τα ψηφιακά μέσα και το διαδίκτυο εκτός από τα αντικείμενα, για να παρουσιάσουν τις αφηγήσεις τους στο κοινό. Έτσι η αμοιβαία σχέση της προφορικής ιστορίας με τα μουσειακά εκθέματα προβάλλει τόσο το περιεχόμενο όσο και τις διαδικασίες πλαισίωσης των αντικειμένων θέτοντας το πλαίσιο για στοχασμό και μνημονική δραστηριότητα. Στην Ελλάδα, βρίσκεται σε εξέλιξη το πρώτο πρόγραμμα δημιουργίας Μουσείου Προφορικής Ιστορίας στα Χανιά...

Ομάδα Προφορικής Ιστορίας: ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (1999)


Για την Προφορική Ιστορία και άλλες ιστορίες


της Τασουλας Βερβενιωτη 


Ο όρος Προφορική Ιστορία μπορεί να θεωρείται «νέος», και γιατί συνδέεται με την τεχνολογία του μαγνητόφωνου, αλλά στην πραγματικότητα είναι τόσο παλιός όσο και η ανάγκη των ανθρώπων να γνωρίζουν το παρελθόν τους. Είναι το πρώτο είδος Ιστορίας, πριν ακόμα την...


ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ: Δωρεάν Σεμινάριο Προφορικής Ιστορίας


(Πατήστε εδώ για την αίτηση συμμετοχής) 


 Η Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Κυψέλης (ΟΠΙΚ), με στόχο τη συγκέντρωση στοιχείων για την ιστορία της περιοχής, οργανώνει για δεύτερη φορά επιμορφωτικό σεμινάριο για τη μεθοδολογία και τις τεχνικές της συνέντευξης, η οποία αποτελεί το εργαλείο της Προφορικής Ιστορίας για την καταγραφή της ατομικής και συλλογικής μνήμης. 


ΘΟΔΩΡΗΣ ΒΟΡΙΑΣ - ΧΑΜΕΝΕΣ ΨΗΦΙΔΕΣ (η-βιβλίο)

Οι "Χαμένες ψηφίδες" είναι η τέταρτη ποιητική συλλογή του Θοδωρή Βοριά (ιδιωτική έκδοση - 2012).

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

Κίνημα πολιτών ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΥΛΑ


Είμαστε πολλοί... και δεν είμαστε μόνοι: μπορούμε να είμαστε όλοι μαζί!
Είμαστε απλοί πολίτες, μια ομάδα από σας, που αποφάσισαν να πουν δυνατά αυτό που αισθάνονται, να κάνουν δράση την αντίδραση σε μια κατεστημένη συμπεριφορά: Τέλος στη διαφθορά, ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΥΛΑ! 

25 Σεπτεμβρίου 2012

Τα «αναγκαία» στη ζωή είναι δωρεάν


Σε μια εποχή που μας τα έχουν πάρει σχεδόν όλα, υπάρχουν κάποια πολύ σημαντικότερα πράγματα στη ζωή, τα οποία δεν πρόκειται να μας τα πάρει κανένας πολιτικός.


Κάτω η Ενωμένη Εὐρώπη, του Ηλία Πετρόπουλου


"Καί, τώρα, ὁ εὐρωπαϊκός (δηλαδή, ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ) τρόπος ζωῆς μᾶς ἀπειλεῖ μέ καθολική καταστροφή. Μοῦ εἶναι πολύ ὀδυνηρό τό νά πιστέψω πώς ὅλοι μας θά καταντήσουμε γκαρσόνια τουριστικών ρεστοράν…"

Ηλίας Πετρόπουλος, Ένας Κόσμος Υπόγειος (ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ)

Εργογραφία * Μικρά κείμενα 1949-1979 * Ρεμπέτικα τραγούδια (1979) * Της φυλακής (1980) * Θεσσαλονίκη: Η πυρκαγιά του 17 (1980) * Ρεμπετολογία (1990) * Τα μικρά ρεμπέτικα (1990) * Πτώματα, πτώματα, πτώματα... (1990) * Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι (1990) * Ο μύσταξ (1990) * Εγχειρίδιον του καλού κλέφτη (1990) * Το άγιο χασισάκι (1991) * Ψειρολογία (1991) * Το μπουρδέλο (1991) * Topor τέσσερις εποχές (1991) * Η μυθολογία του Βερολίνου (1991) * Ποιήματα 1968-1974 & 1982-1991 (1993) * Ποτέ και τίποτα (1993) * Η εθνική φασουλάδα και η ομελέτα (1993) * Η φουστανέλα (1993) * Καλιαρντά (1993) * Τα σίδερα Η λάσπη Τα μπαστούνια (1994) * Το ταντούρι και το μαγκάλι (1994) * Κυρίως αυτό (κολάζ) (1994) * Η ονοματοθεσία οδών και πλατειών (1995) * Καρέκλες και σκαμνιά (1995) * Υπόκοσμος και καραγκιόζης (1996) * Το παράθυρο στην Ελλάδα (άλμπουμ) (1996) * Άρθρα στην Ελευθεροτυπία (1996) * Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1998) * Τέσσερις ζωγράφοι (1999) * Η ιστορία της καπότας (1999) * Περίπτερα, αυτοκίνητα, κλουβιά * Η τραγιάσκα (2000) * Καπανταήδες και μαχαιροβγάλτες (2001) * Παροιμίες του υποκόσμου (2002) * Ο Κουραδοκόφτης (2002) * Αρετίνου, ακόλαστα σονέτα * Ιωάννου Αποκάλυψις * Τσόκλης Παλιά Σαλονίκη * Ελληνικές σιδεριές * Ελύτης Μόραλης Τσαρούχης * Δώδεκα τραγουδάκια από την Παλατινή Ανθολογία * Επιστολαί προς μνηστήν (με τον Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο) * Ελλάδος Κοιμητήρια (2006)

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:

ONLINE ΘΕΑΤΡΟ Μαξίμ Γκόρκι-Μικροαστοί (1982)

Του Μαξίμ Γκόρκι. Μετάφραση, διασκευή και σκηνοθεσία Λυκούργος Καλλέργης. Παίζουν με αλφαβητική σειρά: Βασιλάκου Κατερίνα, Γεραλή Άννα, Δουλγεράκης Ντίνος, Ελληνούδη Αριστούλα, Καλλιγά Ελένη, Κατσέλη Νόρα, Μάντζαρης Χρήστος, Μυλωνάς Θανάσης, Νανέρης Νικηφόρος, Ροζάκης Γιάννης, Σταυράκης Αλέξης, Φωκά Μαρία, Ψαρράς Ιάκωβος Από την εκπομπή "Το θέατρο της Δευτέρας". Πρώτη προβολή 13/12/1982.
ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:

ONLINE ΘΕΑΤΡΟ Graham Greene-Living Room (1976)


Του Graham Greene. Μετάφραση: Νίκος Γκάτσος. Παίζουν με τη σειρά που εμφανίζονται: Μαργαρίτα Γεράρδου, Ματίνα Καρρά, Γιάννης Κάσδαγλης, Ηρώ Κυριακάκη, Ρίτα Μουσούρη, Αδαμάντιος Λεμός, Μαίρη Λαλοπούλου Σκηνοθεσία Γιώργος Θεοδοσιάδης.
Από την εκπομπή "Το θέατρο της Δευτέρας"

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:

ONLINE ΘΕΑΤΡΟ Γκίκα Μπινιάρη-Ένα μικρό λάθος (1979)

Η σειρά «ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ» παρουσιάζει το θεατρικό έργο του ΓΚΙΚΑ ΜΠΙΝΙΑΡΗ «ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΛΑΘΟΣ» σε σκηνοθεσία και πρόλογο του ιδίου και τηλεσκηνοθεσία του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΔΑΚΗ. Το έργο βασίζεται στο ομώνυμο αφήγημα του ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΟΛΥΛΑ. Παρακολουθούμε τη ζωή των Ελλήνων αγροτών και των οικογενειών τους. Ο ΠΕΤΡΟΣ (ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΑΡΡΗΣ) είναι ένας γαιοκτήμονας που παράγει λάδι. Απασχολεί εργάτες και έχει τρία παιδιά, τον ΣΤΡΑΤΗ (ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΗΣ), τον ΑΡΓΥΡΗ (ΤΑΚΗΣ ΒΟΥΛΑΛΑΣ) και την ΝΕΛΛΗ (ΒΙΒΕΤΑ ΤΣΙΟΥΝΗ). Ο ΑΡΓΥΡΗΣ αποφασίζει να ξενιτευτεί και να αποφύγει να βοηθήσει τον ΣΤΡΑΤΗ και τον πατέρα τους στα κτήματα. Ο ΣΤΡΑΤΗΣ τον συμβουλεύει να μην φύγει αλλά μάταια. Παράλληλα, ο κύριος ΓΚΕΛΗΣ (ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΟΥΣΤΕΡΗΣ) είναι ο τοκογλύφος του χωριού που προσπαθεί να εξαγοράσει τα κτήματα του ΠΕΤΡΟΥ. Προσπαθεί να τον πείσει να οργανωθούν σε συνεταιρισμό και να αγοράσουν μηχανήματα ώστε να αυξηθεί η παραγωγή τους. Ο ΠΕΤΡΟΣ δεν πείθεται και ο ΓΚΕΛΗΣ καταφεύγει στον ΚΙΑΠΗ (ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΚΑΚΗΣ), από τον οποίο ο ΠΕΤΡΟΣ δανείστηκε χρήματα για να πληρώσει τους εργάτες του. Προσφέρει στον ΚΙΑΠΗ τα διπλά χρήματα και αγοράζει τα γραμμάτια του ΠΕΤΡΟΥ για να τον απειλήσει. Την ίδια στιγμή αρρωσταίνει βαριά το μικρό παιδί της ΝΕΛΛΗΣ και η μητέρα της η ΜΑΡΙΑ (ΠΙΤΣΑ ΚΑΠΙΤΣΙΝΕΑ) αναγκάζεται να βάλει τα κοσμήματά της ενέχυρο για να δώσει τα χρήματα που χρειάζονται ώστε να γίνει καλά το εγγόνι της. Όμως, μια παρεξήγηση, «ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΛΑΘΟΣ» της ΜΑΡΙΑΣ θα την οδηγήσει στην αυτοκτονία.
ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:

ONLINE ΘΕΑΤΡΟ Νικολάι Γκόγκολ-Παντρολογήματα (1976)

Η σειρά «ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ» παρουσιάζει το θεατρικό έργο του Ρώσου συγγραφέα ΝΙΚΟΛΑΪ ΒΑΣΙΛΙΕΒΙΤΣ ΓΚΟΓΚΟΛ (NIKOLAI VASILIEVICH GOGOL)«ΠΑΝΤΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ» σε μετάφραση του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΒΑΣΤΙΚΟΓΛΟΥ και σκηνοθεσία του ΑΝΤΩΝΗ ΒΟΓΙΑΤΖΟΥ. Σε μια πόλη της Ρωσίας ζει η ΑΓΚΑΦΙΑ ΤΥΧΟΝΟΒΝΑ (ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΟΥ) μαζί με την θεία της ΑΡΙΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΪΜΟΝΟΒΝΑ (ΕΙΡΗΝΗ ΚΟΥΜΑΡΙΑΝΟΥ) που προσπαθεί να την παντρέψει. Τα «ΠΑΝΤΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ» έχει αναλάβει η προξενήτρα ΦΙΟΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ (ΜΑΡΟΥΛΑ ΡΩΤΑ) που φέρνει τους τέσσερις από τους έξι γαμπρούς που είχε υποσχεθεί. Πρώτος έρχεται ο κολεγιακός πάρεδρος ΙΒΑΝ ΠΑΒΛΟΒΙΤΣ ΟΜΕΛΕΤΑ (ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΛΑΒΡΟΥΖΟΣ), ακολουθεί ο υποπλοίαρχος του πολεμικού ναυτικού εν αποστρατεία ΜΠΑΛΤΑΖΑΡ ΜΠΑΛΤΑΖΑΡ ΖΕΒΑΚΙΝ (ΔΗΜΟΣ ΣΤΑΡΕΝΙΟΣ), έπεται ο γείτονάς τους ΆΝΟΥΤΣΚΙΝ (ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΟΞΑΡΑΣ) και τελευταίοι μπαίνουν στο σπίτι της ο αυλικός σύμβουλος ΙΒΑΝ ΚΟΣΜΙΤΣ ΠΑΝΤΚΑΛΙΟΣΙΝ (ΙΑΚΩΒΟΣ ΨΑΡΡΑΣ) και ο υφασματέμπορας ΑΛΕΞΕΪ ΝΤΙΜΙΤΡΙΕΒΙΤΣ ΣΤΑΡΙΚΟΦ (ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΣ ΠΡΟΥΣΑΛΗΣ). Η υποψήφια νύφη τους διώχνει και τους ξανακαλεί το ίδιο απόγευμα για τσάι. Ο ΙΛΙΑΦΟ ΜΙΤΣ ΚΟΤΣΚΑΡΙΟΦ (ΤΑΣΟΣ ΥΦΑΝΤΗΣ) προσπαθεί να πείσει την ΑΓΚΑΦΙΑ να παντρευτεί τον αριστοκράτη αυλικό φίλο του ΙΒΑΝ ΚΟΣΜΙΤΣ (ΙΑΚΩΒΟΣ ΨΑΡΡΑΣ). Όταν μαζευτούν όλοι μαζί το απόγευμα θα κουβεντιάσουν και θα διαπιστώσουν ότι η προξενήτρα ΦΙΟΚΛΑ τους έχει πει ψέματα για την προίκα της νύφης και την ανατροφή της. Οι περισσότεροι υποψήφιοι γαμπροί απογοητεύονται και αποχωρούν. Ο μόνος που μένει πίσω είναι ο ηλικιωμένος υποπλοίαρχος ΖΕΒΑΚΙΝ που προσπαθεί να πείσει τον ΙΛΙΑΦΟ να μεσολαβήσει για να παντρευτεί την ΑΓΚΑΦΙΑ. Ο ΙΛΙΑΦΟ μεσολαβεί αλλά δεν λέει καλά λόγια για τον ΖΕΒΑΚΙΝ με αποτέλεσμα η ΑΓΚΑΦΙΑ να τον απορρίψει. Ως αποτέλεσμα, ο ΙΛΙΑΦΟ ΚΟΤΣΚΑΡΙΟΦ προξενεύει στην δεσποινίδα ΑΓΚΑΦΙΑ τον ΙΒΑΝ ΚΟΣΜΙΤΣ ΠΑΝΤΚΑΛΙΟΣΙΝ. Όταν μείνουν μόνοι τους εκείνος δεν ανοίγει την καρδιά του στην ΑΓΚΑΦΙΑ. Ο ΚΟΤΣΚΑΡΙΟΦ τον παρακαλεί να αλλάξει συμπεριφορά και φτάνει στο σημείο να τον απειλήσει ότι δεν θα τον ξαναδεί. Από την άλλη μεριά η ΑΓΚΑΦΙΑ κάνει όνειρα για τον γάμο και την οικογένεια που θα κάνει με τον ΙΒΑΝ ΚΟΣΜΙΤΣ. Μετά τις παραινέσεις του φίλου του, ο ΙΒΑΝ ΚΟΣΜΙΤΣ βρίσκει το θάρρος και ζητά από την ΑΓΚΑΦΙΑ να τον παντρευτεί το ίδιο κιόλας βράδυ. Καθώς, όμως, η νύφη και η θεία της ετοιμάζονται για τον γάμο, ο ΙΒΑΝ ΚΟΣΜΙΤΣ το σκάει από το παράθυρο του σπιτιού!

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:

ONLINE ΘΕΑΤΡΟ: ΜΟΛΙΕΡΟΣ-ΣΧΟΛΕΙΟ ΓΥΝΑΙΚΩΝ (1979)


Η σειρά «ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ» παρουσιάζει σε πέντε πράξεις το θεατρικό έργο του ΜΟΛΙΕΡΟΥ «ΣΧΟΛΕΙΟ ΓΥΝΑΙΚΩΝ» σε μετάφραση του ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ, σκηνοθεσία του ΓΙΩΡΓΟΥ ΕΜΙΡΖΑ και τηλεσκηνοθεσία της ΔΑΦΝΗΣ ΤΖΑΦΕΡΗ. Ο ΑΡΝΟΛΦ (ΘΥΜΙΟΣ ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗΣ) είναι ένας παντρεμένος αστός που πιστεύει πολύ στην γυναικεία μοιχεία. Παράλληλα, έχει πάρει υπό την προστασία του μια μικρή χωριατοπούλα, την ΑΓΝΗ (ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ) με σκοπό να την κάνει όταν μεγαλώσει μια ιδανική γι’ αυτόν γυναίκα. Κάποια μέρα, ο ΟΡΑΤΙΟΣ (ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΕΣΚΕΝΑΖΥ), γιος ενός παιδικού του φίλου, δανείζεται χρήματα από τον ΑΡΝΟΛΦΟ και παράλληλα του εμπιστεύεται τον έρωτά του για την ΑΓΝΗ ζητώντας του να μην το αποκαλύψει στον πατέρα του. Ο ΑΡΝΟΛΦ, θολωμένος από την ζήλεια του αποφασίζει να εμποδίσει το νεανικό έρωτα χρησιμοποιώντας κάθε μέσο. Ανακοινώνει στην ΑΓΝΗ πως θα την παντρευτεί και έτσι θα έχει την τιμή να γίνει και εκείνη μέλος της αστικής τάξης. Της δηλώνει με σαφήνεια ότι ο άντρας είναι ο αφέντης του σπιτιού και ότι η γυναίκα πρέπει να του δείχνει υποταγή. Επιπρόσθετα, της δίνει να διαβάσει «το τετράδιο της παντρεμένης» που περιέχει σαφείς οδηγίες για τις γυναίκες που θα παντρευτούν. Ο ΟΡΑΤΙΟΣ δεν γνωρίζει ότι ο ΑΡΝΟΛΦ είναι εκείνος που κρατά κλεισμένη την ΑΓΝΗ στο σπίτι του. Έτσι, του εμπιστεύεται ένα ερωτικό γράμμα που απευθύνεται σε εκείνη. Ο ΑΡΝΟΛΦ πεισμώνει και θέλει ακόμη πιο πολύ να σταματήσει τον έρωτα των δυο νέων. Το επόμενο βράδυ ο ΟΡΑΤΙΟΣ ετοιμάζεται να σκαρφαλώσει στο μπαλκόνι της ΑΓΝΗΣ για να την κλέψει. Ο ΑΡΝΟΛΦ ζητάει την βοήθεια της ΓΕΩΡΓΙΑΣ (ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ) και του ΓΙΑΝΝΑΚΗ (ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΗΣ) ώστε να καταστρέψει τα σχέδια του ΟΡΑΤΙΟΥ. Ξημερώματα της επόμενης μέρας ο ΟΡΑΤΙΟΣ εξιστορεί στον ΑΡΝΟΛΦΟ τα περιστατικά που του συνέβησαν στην προσπάθειά του να κλέψει την ΑΓΝΗ. Ως αποτέλεσμα, ζητάει από τον ΑΡΝΟΛΦΟ να προστατέψει την ΑΓΝΗ για να μην καταλάβει ο πατέρας του τίποτα. Ο ΑΡΝΟΛΦ χαίρεται που η τύχη τον ευνόησε. Υποδύεται έναν άγνωστο και καταφέρνει να πάρει την ΑΝΓΗ από τον ΟΡΑΤΙΟ. Της παραπονιέται επειδή δεν εκτιμά όσα της προσέφερε. Εκείνη αποκρίνεται ότι ο ΟΡΑΤΙΟΣ της έδωσε τον λόγο του για την αγάπη του. Ο ΑΡΝΟΛΦΟΣ νιώθει προδομένος και προσπαθεί για τελευταία φορά να αναγκάσει την ΑΓΝΗ να τον αγαπήσει. Τυφλωμένος από το πάθος του αποφασίζει να κλειδώσει την ΑΝΓΗ στο δωμάτιο του. Παράλληλα, ο ΟΡΑΤΙΟΣ αποκαλύπτει στον ΑΡΝΟΛΦΟ ότι ο πατέρας του τον πάντρεψε εν αγνοία του με την κόρη του ΕΡΡΙΚΟΥ. Ο ΑΡΝΟΛΦΟΣ χαίρεται για το γεγονός αυτό και του υπόσχεται ψεύτικα ότι θα συμβουλέψει τον πατέρα του να αναβάλλει το γάμο του γιου του. Όμως, η άφιξη του ΟΡΟΝΤ (ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΑΓΚΛΟΣ), πατέρα του ΟΡΑΤΙΟΥ, θα ανατρέψει τα σχέδια του ΑΡΝΟΛΦΟΥ. Ο ΟΡΟΝΤ (ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΑΓΚΛΟΣ) αποκαλύπτει πως τελικά η νύφη του γιου του είναι η ΑΓΝΗ, καρπός του παράνομου έρωτα του ΕΡΡΙΚΟΥ και της αδελφής του ΚΡΥΖΑΛΝΤ (ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΓΛΕΡΗΣ). Ο ΑΡΝΟΛΦ προδομένος και απογοητευμένος από τις αποκαλύψεις ταράζεται και φεύγει.
ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:

ΔΩΡΕΑΝ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΠΛΑΤΩΝΑ: ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΕΞΑΜΗΝΟ '12



Κάποια ακόμα τμήματα θα ανακοινωθούν μέχρι 30/9. Οι εγγραφές αρχίζουν 1/10. Αλλαγές και προσθήκες στα παρακάτω είναι πιθανές και θα ανακοινώνονται πριν την έναρξη των εγγραφών.

ΔΩΡΕΑΝ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ



Το "Πολύτροπο Τέχνης" στο πλαίσιο των δράσεων στη γειτονιά προσφέρει δωρεάν μαθήματα δημοσιογραφίας.  Αν θέλετε να καταγράφετε τις ειδήσεις και όχι να τις δημιουργείτε...

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΝΕΑ Ημερίδα: "Η δραματική τέχνη συναντά την εκπαιδευτική πράξη"


Το Καλλιτεχνικό Σχολείο Γέρακα, σε συνεργασία με το «Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση», και η Σχολική Σύμβουλος των Φιλολόγων Ανατολικής Αττικής κ. Χ. Αλεξοπούλου σας προσκαλούν σε ημερίδα με θέμα: «Η Δραματική Τέχνη συναντά την εκπαιδευτική πράξη στη διδακτική των φιλολογικών μαθημάτων», που θα πραγματοποιηθεί στο Καλλιτεχνικό Σχολείο Γέρακα (Κέας και Ανάφης, Γέρακας), στις 29 Σεπτεμβρίου 2012 (9:00 - 14:30)

Δωρεάν Σεμινάρια Αρχαιολογικού Ντοκιμαντέρ στον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων



Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, ο Γιώργος Πιτσάκης και Γιώργος Διδυμιώτης, οργανώνουν μαζί με τον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων, σεμινάρια ντοκυμαντέρ στην έδρα του Συλλόγου στην Ερμού.

ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ Νέο είδος πιθήκου: Ξανθός, ντροπαλός και ήσυχος


Ένα νέο είδος πιθήκου έχει εντοπιστεί στην Αφρική, η δεύτερη φορά που έγινε τέτοια ανακάλυψη στην ήπειρο τα τελευταία 28 χρόνια, γράφει η Guardian.

Μάθε παιδί μου γράμματα

Η Αφροδίτη προτείνει στον Ερμή Εκπαίδευση και Έρωτα.

Μάθε παιδί μου να αγαπάς την γνώση στο σύνολο της γιατί μονάχα έτσι θα έχεις το βλέμμα του σοφού που θα σου χαρίσει την πραγματική όψη τούτου του κόσμου!Κάθε βιβλίο που φτάνει στα χέρια σου να το βλέπεις σαν πρόκληση για ένα ταξίδι...

20 Σεπτεμβρίου 2012

Ταξιδιωτικές εμπειρίες με τρένο στην Ευρώπη




Τα ταξίδια με τρένο στην Ευρώπη, μπορούν να αποτελέσουν μια ανεπανάληπτη εμπειρία: Μπορείτε να θαυμάσετε αλπικά τοπία και παγετώνες, λίμνες, παρδοσιακές πόλεις και ατέλειωτες φυσικές ομορφιές, απολαμβάνοντας γκουρμέ κουζίνα σε έναν αναπαλαιωμένο συρμό του τελευταίου αιώνα, ανάλογα βέβαια με τη διαδρομή που θα επιλέξετε.

Κρατικό Πιστοποιητικό Γλωσσομάθειας ή γιατί αγαπάμε να δίνουμε τα λεφτά μας σε ξένους…

Εδώ και αρκετά χρόνια, το Υπουργείο Παιδείας διοργανώνει εξετάσεις για την απόκτηση πιστοποιητικού γλωσσομάθειας διαφόρων επιπέδων. Οι εξετάσεις διενεργούνται σε δημόσια σχολεία, σε μέρες και ώρες που αυτά δεν λειτουργούν και με κόστος αρκετά χαμηλότερο σε σχέση με

19 Σεπτεμβρίου 2012

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ: Η Διαδραστική Τηλεδιάσκεψη στο Σύγχρονο Σχολείο: Πλαίσιο Διδακτικού Σχεδιασμού.

ΑΣΕΠ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ: ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΨΥΧΟΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΑ


'Eν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα: Η μετα-γνώση του Σωκράτη


Το Leitmotiv, το moto, το νοητικό σχήμα του Σωκράτη: οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα, δεν είναι μία ταπεινή αποδοχή μιας άγνοιας, όπως θεωρούν οι περισσότεροι. Ο Σωκράτης δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τη σοφία του, αλλά κι από τη νοημοσύνη του που ήρθε σε αντιπαράθεση με την κοινωνία. Ο Σωκράτης δεν υποστηρίζει, καθώς λένε μερικοί ειδήμονες, ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τα πάντα. Δεν αποτελεί καν τον προβληματισμό του αυτή η πρόταση. Αναγνωρίζοντας μία δομή μέσα στη γνώση, δεν προσπαθεί να εξαντλήσει το επίπεδο της συλλογής των γνώσεων ή ακόμα και της ταξινόμησης. Κι αυτό όχι διότι το θεωρεί ως μία ουτοπία, αλλά έναν εκφυλισμό. Το νοητικό σχήμα του Σωκράτη δεν είναι απλοϊκό, αλλά η αυτό - αναφορική του ιδιότητα ξαφνιάζει το μαθητή. Η επίλυση του παραδόξου οδηγεί σε ένα άλλο γνωστικό νοητικό σχήμα: μάθε να μαθαίνεις. Αφού υπάρχουν υποδομές, δομές κι υπερδομές στη γνώση, το πρόβλημα του μαθητή είναι να αναπτύξει ένα γνωστικό δίκτυο, το οποίο να είναι ανθεκτικό για να ενσωματώνει νέες γνώσεις σε ένα δομημένο υπόβαθρο. Σε αυτό το επίπεδο λειτουργεί κι ο δάσκαλος, διότι αυτός είναι που θα διδάξει τη στρατηγική με την οποία θα εμπλουτίσει τα δομικά και γνωστικά του στοιχεία. Μαιευτικά, αυτό σημαίνει ότι ο αλγόριθμος της μάθησης δεν είναι απλώς μια γραμμική ανάγνωση ενός ιδανικού καταλόγου με συγκεκριμένες γνώσεις, παραδείγματος χάρη μία λίστα από βιβλία ή μουσικές. Ο Σωκράτης με το διπλό του νοητικό σχήμα προειδοποιεί το μαθητή και τον προϊδεάζει για να είναι όχι πιο αποτελεσματικός, αλλά πιο ανθεκτικός στις επιθέσεις της άγνοιας. Με αυτόν τον τρόπο ανέτρεψε όλη την προσέγγιση της ρητορικής, διότι δεν ασχολείται καθόλου με το φαίνεσθαι, αλλά με την ουσία που έχει ως μοναδική βάση την αλήθεια, δηλαδή τη μη λήθη των γνώσεων. Με άλλα λόγια, το νοητικό σχήμα του Σωκράτη ανοίγει ορίζοντες που σχετίζονται με την έννοια της πληρότητας του Gödel, δηλαδή μας δίνει μεν μία ελευθερία, δε ένα κόστος επιλογής. Αντιλαμβανόμαστε ότι η προσέγγιση του Σωκράτη ήταν ριζοσπαστική για την εποχή του, ριζικά διαφορετική από τη ρητορική και γι' αυτό αποτελεί τομή για τη γνώση. Επιπλέον, ενισχύει το ζεύγος δάσκαλος - μαθητής, λόγω της έμφασης που δίνει στη δομή και στη στρατηγική με έναν τρόπο ανάλογο με τα μαθηματικά για την επίλυση προβλημάτων και την ανακάλυψη θεωρημάτων. Αυτή είναι η συμβολή της μετα - γνώσης του Σωκράτη.

ΠΗΓΗ

ΒΑΣΙΚΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

Όταν κανείς έρχεται στην Κρήτη πολλές φορές ακούει λέξεις τελείως άγνωστες εδώ θα ερμηνεύσουμε μερικές

Αίγα : η κατσίκα
Ανείμενε : περίμενε
Απμώχνω : είναι το σπρώχνω Π.χ Μη μου αμπώχνεις για θα γενεί φασαρία
Ασκορδουλάκοι : οι βολβοί
Ασπαλάθοι : οι αγκαθωτοί θάμνοι 
Ατζί : είναι το κάτω μέρος του ποδιού
Βεντέμα : πολλές ελιές στα δέντρα
Γατέω : ξέρω
Γιαγέρνω :γυρίζω
Γιάντα : γιατί
Γκέκα :το σκυλί κυρίως που χρησιμοποιούν οι βοσκοί
Γκίζεις : σύντμηση του αγγίζεις κλασικά ακούμε να λέγεται πριν από καβγά Μη μου γκίζεις!!!!
Γλακώ : τρέχω υπάρχει και σε μετοχή π.χ Ξάνη (β.λ παρακάτω) τον που έρχεται γλακιχτός
Γροικώ : ακούω 
Γουλέρνω : γουστάρω
Διακονιάρης : ο τσιγκούνης
Εντο : (όχι ο παίκτης Ετό της Μπάρτσα) νάτο
Εκιά : εκέι
Επά ή Επαέ : εδώ
Ελλέ, μηλέ αμυγδαλέ :τα δέντρα κυρίως στο Ρέθυμνο τα χρησιμοποιούμε κατάληξη ε
Ζουρίδα : η νυφίτσα
Ζωστήρα : η ζώνη
Ηντα : σημαίνει τι π.χ Ήντα κάνεις
Θωρώ ή ξανοίγω : βλέπω άμα ακούσουμε έκφραση από τύπο με μαύρο ανοιχτό στο μπέτη πουκαμισάκι Γίαντα ξανοίγεις είμαστε στα πρόθυρα καβγά οπότε προσέχουμε
Θέτω : χτυπάω ή αφήνω
Κανίστρα : το μπιτόνι
Καπετάνιος :όχι της θάλασσας αλλά σημαίνει οπλαρχηγός γιαυτο αμα ακούσετε για κάνα χωρίο ότι είναι γεμάτο καπετάνιους μη το νομίζετε παραθαλάσσιο!!!!
Κασίδης : ο καραφλός 
Κατακάφκαλα: σημαίνει στο κεφάλι πχ Θα σου παίξω κατκάφκαλα =για προχωρημένους κρητικούς θα τον χτυπήσω στο κέντρο του κεφαλιού
Καφάς : ο σβέρκος
Κοπέλι : σημαίνει παιδί αρκετές φορές ακούμε Ε τσι κουνέλας το κοπέλι!!!!!
Κούρσα : το αμάξι το επιβατικό 
Κουστοτρουλίζω :κόβω τις πάνω άκρες από τα σταφύλια συνήθως
Κοντυλέ : μουσική π.χ παίξε μια κοντυλέ
Κοράκι : για ποδοσφαιρόφιλους είναι ο διαιτητής
Κούκλις :ο κόκορας (όχι δεν βγαίνει από το κούκλος)
Κουκοσάλι : το χαλάζι
Λαχτε ή λαχτίδια : τα χτυπήματα
Λέρα ή κάσα : κυριολέκτικά η βρώμα αλλά και ο αλήτης π.χ αυτός είναι μεγάλη λέρα
Λυρομπάντουρα : οι λύρες στους γάμους
Μαιμούνι: το μυρμύγκι αλλά και βρίσια π.χ εκεινο να το μαιμούνι 
Maναρι : μην πηγαίνει ο νους σας στο πονηρό είναι το τσεκουρι στα κρητικά!!!
Μελίντακας : το μυρμήγκι 
Μπαντελής : ο Παντελής είναι τα τρία ονόματα που αρχίζουν ο μ Μιχάλης μανόλης Μπαντελής
Μπαλωτάρω : πυροβολώ 
Μπάντα : η μεριά π.χ ωθέ την πέρα μπαντα σημαίνει στην πέρα μεριά του χωριού συχνά χρησιμοποιείται και η λέξη ρούγα π.χ ώθε την κάτω ρούγα
Μπατανία :είναι οι κουβέρτες
Μπέτης : το μπροστινό μέρος του θώρακα
Ντακέρνω : αρχίζω
Ντάκος :ή κουκουβάγια είναι το παξιμάδι με ντομάτα και ελιές δοκιμάστε άφοβα
Νταντέλα : εκτός από το ακριανό τμήμα του εργόχειρου είναι και ο μεθυσμένος ή αλλίως λίαρδα η καζίκι της μεθιάς
Ξάνη : δες
Οζά :είναι τα ζωντανά γενικα κυρίως τα πρόβατα
Παίζω : σημαίνει και χτυπώ π.χ Θα του παίξω σημαίνει θα τον χτυπήσω
Παίμπω :στέλνω 
Πράμα : χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να που με τίποτα π.χ Πόσο κάνει αυτό και η απάντηση είναι πράμα
Ρακί ή τσικουδιά: το Κρητικό ποτό αν ακούσετε την λέξη ρακοπέδιο και οδηγείται μην κάτσετε είναι εκεί που πίνουν τις άπειρες ρακές
Σεβντάς : ο ερωτικός καημός 
Σύρε : σημαίνει πήγαινε π.χ συρε και πες του
Σφίγγω : δεν είναι το γνωστό σημαίνει μαλώνω π.χ Τον εσφίξανε τα αδέρφια της και δέχτηκε να την παντρευτέι (η γνωστή ιστορία στην Κρήτη) 
Στο γύρω : στην ακρή π.χ Κάνε στο γύρο κάνε στην άκρη 
Τροζός : μπουνταλάς: ο τρελός αλλιώς χρησιμοποιείται η έκφραση την έχει φάει στην φτερούγα!!!!
Τσουκάλι : το τσικάλι
Τζιγκελωτό : αυτό που είναι σαν αγκίστρι π.χ Τσιγκελωτή μουστάκα, μουστάκι στριφτό
Τσακμάκι : ο αναπτήρας
Χλαμπουτσόσυκα : τα αγριόσυκα
Χοχλίοι: τα σαλιγκάρια συχνά το λένε και για τους αργούς οδηγούς 
Χώρα : συνήθως η κεντρική πόλη

ΠΗΓΗ

18 Σεπτεμβρίου 2012

ΒΑΣΙΛΗ ΡΙΤΣΟΥ, ΛΕΞΙΚΟ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΡΑΜΑΤΙΚΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΜΙΜΟΓΡΑΦΩΝ

Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΣΕΦΕΡΗ: ΕΛΕΝΗ


Ὁ Σεφέρης διαβάζει Σεφέρη
ΕΛΕΝΗ
ΤΕΥΚΡΟΣ : ... ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον, οὗ μ᾿ ἐθέσπισεν
οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικὸν
Σαλαμίνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας.
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
ΕΛΕΝΗ : Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρωάδ᾿, ἀλλ᾿ εἴδωλον ἣν
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
ΑΓΓΕΛΟΣ : Τί φῆς;
Νεφέλης ἀρ᾿ ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι;
«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες.»
Ἀηδόνι ντροπαλό, μὲς στὸν ἀνασασμὸ τῶν φύλλων,
σὺ ποὺ δωρίζεις τὴ μουσικὴ δροσιὰ τοῦ δάσους
στὰ χωρισμένα σώματα καὶ στὶς ψυχὲς
αὐτῶν ποὺ ξέρουν πὼς δὲ θὰ γυρίσουν.
Τυφλὴ φωνὴ ποὺ ψηλαφεῖς μέσα στὴ νυχτωμένη μνήμη
βήματα καὶ χειρονομίες. Δὲ θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ φιλήματα,
καὶ τὸ πικρὸ τρικύμισμα τῆς ξαγριεμένης σκλάβας.
«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες».
Ποιὲς εἶναι οἱ Πλάτρες; Ποιὸς τὸ γνωρίζει τοῦτο τὸ νησί;
Ἔζησα τὴ ζωή μου ἀκούγοντας ὀνόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες τῶν ἀνθρώπων
ἢ τῶν θεῶν.
Ἡ μοίρα μου ποὺ κυματίζει
ἀνάμεσα στὸ στερνὸ σπαθὶ ἑνὸς Αἴαντα
καὶ μίαν ἄλλη Σαλαμίνα
μ᾿ ἔφερε ἐδῶ σ᾿ αὐτὸ τὸ γυρογιάλι.
Τὸ φεγγάρι
βγῆκε ἀπ᾿ τὸ πέλαγο σὰν Ἀφροδίτη,
σκέπασε τὴν καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ, κι ὅλα τ᾿ ἀλλάζει.
Ποῦ εἶν᾿ ἡ ἀλήθεια;
Ἤμουν κι ἐγὼ στὸν πόλεμο τοξότης.
τὸ ριζικό μου ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ξαστόχησε.
Ἀηδόνι ποιητάρη,
σὰν καὶ μία τέτοια νύχτα στ᾿ ἀκροθαλλάσι τοῦ Πρωτέα
σ᾿ ἄκουσαν σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι ἔσυραν τὸ θρῆνο,
κι ἀνάμεσό τους - ποιὸς θὰ τὄ᾿ λέγε; - ἡ Ἑλένη!
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
Δακρυσμένο πουλί, στὴν Κύπρο τὴ θαλασσοφίλητη
ποὺ ἔταξαν γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τὴν πατρίδα,
ἄραξα μοναχὸς μ᾿ αὐτὸ τὸ παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς αὐτὸ εἶναι παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲ θὰ ξαναπιάσουν
τὸν παλιὸ δόλο τῶν θεῶν.
ἂν εἶναι ἀλήθεια
πὼς κάποιος ἄλλος Τεῦκρος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια,
ἢ κάποιος Αἴαντας ἢ Πρίαμος ἢ Ἑκάβη
ἢ κάποιος ἄγνωστος, ἀνώνυμος, ποὺ ὡστόσο
εἶδε ἕνα Σκάμαντρο νὰ ξεχειλάει κουφάρια,
δὲν τὄχει μὲς στὴ μοίρα του ν᾿ ἀκούσει
μαντατοφόρους ποὺ ἔρχονται νὰ ποῦνε
πὼς τόσος πόνος τόση ζωὴ
πῆγαν στὴν ἄβυσσο
γιὰ ἕνα πουκάμισο ἀδειανὸ γιὰ μίαν Ἑλένη.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Γ'
Στὸν Κόσμο τῆς Κύπρου,
Μνήμη καὶ Ἀγάπη
....Κύπρον, οὗ μ' ἐθέσπισεν...

ΑΡΧΑΙΕΣ ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ. ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ "ΕΛΕΝΗ". ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ


 




Ἑλένη
Νείλου μὲν αἵδε καλλιπάρθενοι ῥοαί,
ὃς ἀντὶ δίας ψακάδος Αἰγύπτου πέδον
λευκῆς τακείσης χιόνος ὑγραίνει γύας.
Πρωτεὺς δ' ὅτ' ἔζη τῆσδε γῆς τύραννος ἦν,
[5] Φάρον μὲν οἰκῶν νῆσον, Αἰγύπτου δ' ἄναξ,
ὃς τῶν κατ' οἶδμα παρθένων μίαν γαμεῖ,
Ψαμάθην, ἐπειδὴ λέκτρ' ἀφῆκεν Αἰακοῦ.
Τίκτει δὲ τέκνα δισσὰ τοῖσδε δώμασι,
Θεοκλύμενον ἄρσεν' ὅτι δὴ θεοὺς σέβων
[10] βίον διήνεγκ' εὐγενῆ τε παρθένον
Εἰδώ, τὸ μητρὸς ἀγλάισμ', ὅτ' ἦν βρέφος·
ἐπεὶ δ' ἐς ἥβην ἦλθεν ὡραίαν γάμων,
καλοῦσιν αὐτὴν Θεονόην· τὰ θεῖα γὰρ
τά τ' ὄντα καὶ μέλλοντα πάντ' ἠπίστατο,
[15] προγόνου λαβοῦσα Νηρέως τιμὰς πάρα.
Ἡμῖν δὲ γῆ μὲν πατρὶς οὐκ ἀνώνυμος
Σπάρτη, πατὴρ δὲ Τυνδάρεως· ἔστιν δὲ δὴ
λόγος τις ὡς Ζεὺς μητέρ' ἔπτατ' εἰς ἐμὴν
Λήδαν κύκνου μορφώματ' ὄρνιθος λαβών,
[20] ὃς δόλιον εὐνὴν ἐξέπραξ' ὑπ' αἰετοῦ
δίωγμα φεύγων, εἰ σαφὴς οὗτος λόγος·
Ἑλένη δ' ἐκλήθην. Ἃ δὲ πεπόνθαμεν κακὰ
λέγοιμ' ἄν. Ἦλθον τρεῖς θεαὶ κάλλους πέρι
Ἰδαῖον ἐς κευθμῶν' Ἀλέξανδρον πάρα,
[25] Ἥρα Κύπρις τε διογενής τε παρθένος,
μορφῆς θέλουσαι διαπεράνασθαι κρίσιν.
Τοὐμὸν δὲ κάλλος, εἰ καλὸν τὸ δυστυχές,
Κύπρις προτείνασ' ὡς Ἀλέξανδρος γαμεῖ,
νικᾷ. Λιπὼν δὲ βούσταθμ' Ἰδαῖος Πάρις
[30] Σπάρτην ἀφίκεθ' ὡς ἐμὸν σχήσων λέχος.

Ἥρα δὲ μεμφθεῖσ' οὕνεκ' οὐ νικᾷ θεάς,
ἐξηνέμωσε τἄμ' Ἀλεξάνδρῳ λέχη,
δίδωσι δ' οὐκ ἔμ', ἀλλ' ὁμοιώσασ' ἐμοὶ
εἴδωλον ἔμπνουν οὐρανοῦ ξυνθεῖσ' ἄπο,
[35] Πριάμου τυράννου παιδί· καὶ δοκεῖ μ' ἔχειν
κενὴν δόκησιν, οὐκ ἔχων. Τὰ δ' αὖ Διὸς
βουλεύματ' ἄλλα τοῖσδε συμβαίνει κακοῖς·
πόλεμον γὰρ εἰσήνεγκεν Ἑλλήνων χθονὶ
καὶ Φρυξὶ δυστήνοισιν, ὡς ὄχλου βροτῶν
[40] πλήθους τε κουφίσειε μητέρα χθόνα
γνωτόν τε θείη τὸν κράτιστον Ἑλλάδος.
Φρυγῶν δ' ἐς ἀλκὴν προυτέθην ἐγὼ μὲν οὔ,
τὸ δ' ὄνομα τοὐμόν, ἆθλον Ἕλλησιν δορός.
Λαβὼν δέ μ' Ἑρμῆς ἐν πτυχαῖσιν αἰθέρος
[45] νεφέλῃ καλύψας οὐ γὰρ ἠμέλησέ μου
Ζεύς τόνδ' ἐς οἶκον Πρωτέως ἱδρύσατο,
πάντων προκρίνας σωφρονέστατον βροτῶν,
ἀκέραιον ὡς σῴσαιμι Μενέλεῳ λέχος.
Κἀγὼ μὲν ἐνθάδ' εἴμ', ὁ δ' ἄθλιος πόσις
[50] στράτευμ' ἀθροίσας τὰς ἐμὰς ἀναρπαγὰς
θηρᾷ πορευθεὶς Ἰλίου πυργώματα.
Ψυχαὶ δὲ πολλαὶ δι' ἔμ' ἐπὶ Σκαμανδρίοις
ῥοαῖσιν ἔθανον· ἡ δὲ πάντα τλᾶσ' ἐγὼ
κατάρατός εἰμι καὶ δοκῶ προδοῦσ' ἐμὸν
[55] πόσιν συνάψαι πόλεμον Ἕλλησιν μέγαν.
Τί δῆτ' ἔτι ζῶ; Θεοῦ τόδ' εἰσήκουσ' ἔπος
Ἑρμοῦ, τὸ κλεινὸν ἔτι κατοικήσειν πέδον
Σπάρτης σὺν ἀνδρί, γνόντος ὡς ἐς Ἴλιον
οὐκ ἦλθον, ἵνα μὴ λέκτρ' ὑποστρώσω τινί.
[60] Ἕως μὲν οὖν φῶς ἡλίου τόδ' ἔβλεπεν
Πρωτεύς, ἄσυλος ἦ γάμων· ἐπεὶ δὲ γῆς
σκότῳ κέκρυπται, παῖς ὁ τοῦ τεθνηκότος
θηρᾷ γαμεῖν με. Τὸν πάλαι δ' ἐγὼ πόσιν
τιμῶσα Πρωτέως μνῆμα προσπίτνω τόδε
[65] ἱκέτις, ἵν' ἀνδρὶ τἀμὰ διασῴσῃ λέχη,
ὡς, εἰ καθ' Ἑλλάδ' ὄνομα δυσκλεὲς φέρω,
μή μοι τὸ σῶμά γ' ἐνθάδ' αἰσχύνην ὄφλῃ.
Τεῦκρος
[68] Τίς τῶνδ' ἐρυμνῶν δωμάτων ἔχει κράτος;
Πλούτου γὰρ οἶκος ἄξιος προσεικάσαι,
[70] βασίλειά τ' ἀμφιβλήματ' εὔθριγκοί θ' ἕδραι.
Ἔα·
ὦ θεοί, τίν' εἶδον ὄψιν; Ἐχθίστην ὁρῶ
γυναικὸς εἰκὼ φόνιον, ἥ μ' ἀπώλεσεν
πάντας τ' Ἀχαιούς. Θεοί σ', ὅσον μίμημ' ἔχεις
[75] Ἑλένης, ἀποπτύσειαν. Εἰ δὲ μὴ 'ν ξένῃ
γαίᾳ πόδ' εἶχον, τῷδ' ἂν εὐστόχῳ πτερῷ
ἀπόλαυσιν εἰκοῦς ἔθανες ἂν Διὸς κόρης.
Ἑλένη
Τί δ', ὦ ταλαίπωρ' ὅστις ὤν μ' ἀπεστράφης
καὶ ταῖς ἐκείνης συμφοραῖς ἐμὲ στυγεῖς;
Τεῦκρος
[80] Ἥμαρτον· ὀργῇ δ' εἶξα μᾶλλον ἤ με χρῆν·
μισεῖ γὰρ Ἑλλὰς πᾶσα τὴν Διὸς κόρην.
Σύγγνωθι δ' ἡμῖν τοῖς λελεγμένοις, γύναι.
Ἑλένη
Τίς δ' εἶ; Πόθεν γῆς τῆσδ' ἐπεστράφης πέδον;
Τεῦκρος
Εἷς τῶν Ἀχαιῶν, ὦ γύναι, τῶν ἀθλίων.
Ἑλένη
[85] Οὐ τἄρα σ' Ἑλένην εἰ στυγεῖς θαυμαστέον.
Ἀτὰρ τίς εἶ πόθεν; Τίνος δ' αὐδᾶν σε χρή;
Τεῦκρος
Ὄνομα μὲν ἡμῖν Τεῦκρος, ὁ δὲ φύσας πατὴρ
Τελαμών, Σαλαμὶς δὲ πατρὶς ἡ θρέψασά με.
Ἑλένη
Τί δῆτα Νείλου τούσδ' ἐπιστρέφῃ γύας;
Τεῦκρος
[90] Φυγὰς πατρῴας ἐξελήλαμαι χθονός.
Ἑλένη
Τλήμων ἂν εἴης· Τίς δέ σ' ἐκβάλλει πάτρας;
Τεῦκρος
Τελαμὼν ὁ φύσας. Τίν' ἂν ἔχοις μᾶλλον φίλον;
Ἑλένη
Ἐκ τοῦ; Τὸ γάρ τοι πρᾶγμα συμφορὰν ἔχει.
Τεῦκρος
Αἴας μ' ἀδελφὸς ὤλεσ' ἐν Τροίᾳ θανών.
Ἑλένη
[95] Πῶς; Οὔ τί που σῷ φασγάνῳ βίον στερείς;
Τεῦκρος
Οἰκεῖον αὐτὸν ὤλεσ' ἅλμ' ἐπὶ ξίφος.
Ἑλένη
Μανέντ'; Ἐπεὶ τίς σωφρονῶν τλαίη τάδ' ἄν;
Τεῦκρος
Τὸν Πηλέως τιν' οἶσθ' Ἀχιλλέα γόνον;
Ἑλένη
Ναί·
μνηστήρ ποθ' Ἑλένης ἦλθεν, ὡς ἀκούομεν.
Τεῦκρος
[100] Θανὼν ὅδ' ὅπλων ἔριν ἔθηκε συμμάχοις.
Ἑλένη
Καὶ δὴ τί τοῦτ' Αἴαντι γίγνεται κακόν;
Τεῦκρος
Ἄλλου λαβόντος ὅπλ' ἀπηλλάχθη βίου.
Ἑλένη
Σὺ τοῖς ἐκείνου δῆτα πήμασιν νοσεῖς;
Τεῦκρος
Ὁθούνεκ' αὐτῷ γ' οὐ ξυνωλόμην ὁμοῦ.
Ἑλένη
[105] Ἦλθες γάρ, ὦ ξέν', Ἰλίου κλεινὴν πόλιν;
Τεῦκρος
Καὶ ξύν γε πέρσας αὐτὸς ἀνταπωλόμην.
Ἑλένη
Ἤδη γὰρ ἧπται καὶ κατείργασται πυρί;
Τεῦκρος
Ὥστ' οὐδ' ἴχνος γε τειχέων εἶναι σαφές.
Ἑλένη
Ὦ τλῆμον Ἑλένη, διὰ σ' ἀπόλλυνται Φρύγες.
Τεῦκρος
[110] Καὶ πρός γ' Ἀχαιοί· μεγάλα δ' εἴργασται κακά.
Ἑλένη
Πόσον χρόνον γὰρ διαπεπόρθηται πόλις;
Τεῦκρος
Ἑπτὰ σχεδόν τι καρπίμους ἐτῶν κύκλους.
Ἑλένη
Χρόνον δ' ἐμείνατ' ἄλλον ἐν Τροίᾳ πόσον;
Τεῦκρος
Πολλὰς σελήνας, δέκα διελθούσας ἔτη.
Ἑλένη
[115] Ἦ καὶ γυναῖκα Σπαρτιᾶτιν εἵλετε;
Τεῦκρος
Μενέλαος αὐτὴν ἦγ' ἐπισπάσας κόμης.
Ἑλένη
Εἶδες σὺ τὴν δύστηνον; Ἢ κλύων λέγεις;
Τεῦκρος
Ὥσπερ γε σέ, οὐδὲν ἧσσον, ὀφθαλμοῖς ὁρῶ.
Ἑλένη
Σσκοπεῖτε μὴ δόκησιν εἴχετ' ἐκ θεῶν.
Τεῦκρος
[120] Ἄλλου λόγου μέμνησο, μὴ κείνης ἔτι.
Ἑλένη
Οὕτω δοκεῖτε τὴν δόκησιν ἀσφαλῆ;
Τεῦκρος
Οὐτὸς γὰρ ὄσσοις εἰδόμην· καὶ νοῦς ὁρᾷ.
Ἑλένη
Ἤδη δ' ἐν οἴκοις σὺν δάμαρτι Μενέλεως;
Τεῦκρος
Οὔκουν ἐν Ἄργει <γ'> οὐδ' ἐπ' Εὐρώτα ῥοαῖς.
Ἑλένη
[125] Αἰαῖ· κακὸν τόδ' εἶπας οἷς κακὸν λέγεις.
Τεῦκρος
Ὡς κεῖνος ἀφανὴς σὺν δάμαρτι κλῄζεται.
Ἑλένη
Οὐ πᾶσι πορθμὸς αὑτὸς Ἀργείοισιν ἦν;
Τεῦκρος
Ἦν, ἀλλὰ χειμὼν ἄλλοσ' ἄλλον ὥρισεν.
Ἑλένη
Ποίοισιν ἐν νώτοισι ποντίας ἁλός;
Τεῦκρος
[130] Μέσον περῶσι πέλαγος Αἰγαίου πόρου.
Ἑλένη
Κἀκ τοῦδε Μενέλαν οὔτις εἶδ' ἀφιγμένον;
Τεῦκρος
Οὐδείς· θανὼν δὲ κλῄζεται καθ' Ἑλλάδα.
Ἑλένη
Ἀπωλόμεσθα· Θεστιὰς δ' ἔστιν κόρη;
Τεῦκρος
Λήδαν ἔλεξας; Οἴχεται θανοῦσα δή.
Ἑλένη
[135] Οὔ πού νιν Ἑλένης αἰσχρὸν ὤλεσεν κλέος;
Τεῦκρος
Φασίν, βρόχῳ γ' ἅψασαν εὐγενῆ δέρην.
Ἑλένη
Οἱ Τυνδάρειοι δ' εἰσὶν ἢ οὐκ εἰσὶν κόροι;
Τεῦκρος
Τεθνᾶσι καὶ οὐ τεθνᾶσι· δύο δ' ἐστὸν λόγω.
Ἑλένη
Πότερος ὁ κρείσσων; Ὦ τάλαιν' ἐγὼ κακῶν.
Τεῦκρος
[140] Ἄστροις σφ' ὁμοιωθέντε φάσ' εἶναι θεώ.
Ἑλένη
Καλῶς ἔλεξας τοῦτο· θάτερον δὲ τί;
Τεῦκρος
[141] Σφαγαῖς ἀδελφῆς οὕνεκ' ἐκπνεῦσαι βίον.
Ἅλις δὲ μύθων· οὐ διπλᾶ χρῄζω στένειν.
Ὧν δ' οὕνεκ' ἦλθον τούσδε βασιλείους δόμους,
[145] τὴν θεσπιῳδὸν Θεονόην χρῄζων ἰδεῖν,
σὺ προξένησον, ὡς τύχω μαντευμάτων
ὅπῃ νεὼς στείλαιμ' ἂν οὔριον πτερὸν
ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον, οὗ μ' ἐθέσπισεν
οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικὸν
[150] Σαλαμῖνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας.
Ἑλένη
Πλοῦς, ὦ ξέν', αὐτὸς σημανεῖ· σὺ δ' ἐκλιπὼν
γῆν τήνδε φεῦγε πρίν σε παῖδα Πρωτέως
ἰδεῖν, ὃς ἄρχει τῆσδε γῆς· ἄπεστι δὲ
κυσὶν πεποιθὼς ἐν φοναῖς θηροκτόνοις·
[155] κτείνει γὰρ Ἕλλην' ὅντιν' ἂν λάβῃ ξένον.
Ὅτου δ' ἕκατι, μήτε σὺ ζήτει μαθεῖν
ἐγώ τε σιγῶ· τί γὰρ ἂν ὠφελοῖμί σε;
Τεῦκρος
[158]`Καλῶς ἔλεξας, ὦ γύναι· θεοὶ δέ σοι
ἐσθλῶν ἀμοιβὰς ἀντιδωρησαίατο.
[160] Ἑλένῃ δ' ὅμοιον σῶμ' ἔχουσ' οὐ τὰς φρένας
ἔχεις ὁμοίας, ἀλλὰ διαφόρους πολύ.
Κακῶς δ' ὄλοιτο μηδ' ἐπ' Εὐρώτα ῥοὰς
ἔλθοι· σὺ δ' εἴης εὐτυχὴς ἀεί, γύναι.
Ἑλένη
[164] Ὢ, μεγάλων ἀχέων καταβαλλομένα μέγαν οἶκτον
[165] ποῖον ἁμιλλαθῶ γόον; Ἢ τίνα μοῦσαν ἐπέλθω
δάκρυσιν ἢ θρήνοις ἢ πένθεσιν; Αἰαῖ.
Πτεροφόροι νεάνιδες,
παρθένοι Χθονὸς κόραι
Σειρῆνες, εἴθ' ἐμοῖς γόοις
[170] μόλοιτ' ἔχουσαι Λίβυν
λωτὸν ἢ σύριγγας ἢ
φόρμιγγας, αἰλίνοις κακοῖς
τοῖς ἐμοῖσι σύνοχα δάκρυα·
πάθεσι πάθεα, μέλεσι μέλεα,
μουσεῖα θρηνήμα-
σι ξυνῳδὰ πέμψειε
[175] Φερσέφασσα
φόνια, χάριτας ἵν' ἐπὶ δάκρυσι
παρ' ἐμέθεν ὑπὸ μέλαθρα νύχια
[177β] παιᾶνα
νέκυσιν ὀλομένοις λάβῃ.
Χορός
[179] Κυανοειδὲς ἀμφ' ὕδωρ
[180] ἔτυχον ἕλικά τ' ἀνὰ χλόαν
φοίνικας ἁλίου πέπλους
αὐγαῖσιν ἐν χρυσέαις
ἀμφὶ δόνακος ἔρνεσιν
θάλπουσα· <ποτνίας δ' ἐμᾶς,>
ἔνθεν οἰκτρὸν ἀνεβόασεν,
[185] ὅμαδον ἔκλυον, ἄλυρον ἔλεγον,
ὅτι ποτ' ἔλακεν αἰάγμα
σι στένουσα, Νύμφα τις
[187β] οἷα Ναὶ̈ς
ὄρεσι φυγάδα νόμον ἱεῖσα
γοερόν, ὑπὸ δὲ πέτρινα γύαλα
[189β] κλαγγαῖσι
[190] Πανὸς ἀναβοᾷ γάμους.
Ἑλένη
[191] Ἰὼ ἰώ·
θήραμα βαρβάρου πλάτας,
Ἑλλανίδες κόραι,
ναύτας Ἀχαιῶν
[195] τις ἔμολεν ἔμολε δάκρυα δάκρυσί μοι φέρων.
Ἰλίου κατασκαφαὶ
πυρὶ μέλουσι δαί̈ῳ
δι' ἐμὲ τὰν πολυκτόνον,
δι' ἐμὸν ὄνομα πολύπονον.
[200] Λήδα δ' ἐν ἀγχόναις
θάνατον ἔλαβεν αἰσχύ-
νας ἐμᾶς ὑπ' ἀλγέων.
Ὁ δ' ἐμὸς ἐν ἁλὶ πολυπλανὴς
πόσις ὀλόμενος οἴχεται,
[205] Κάστορός τε συγγόνου τε
διδυμογενὲς ἄγαλμα πατρίδος
ἀφανὲς ἀφανὲς ἱππόκροτα λέ-
λοιπε δάπεδα γυμνάσιά τε
[210] δονακόεντος Εὐρώ-
[210β] τα, νεανιᾶν πόνον.
Χορός
[211] Οἰαῖ αἰαῖ·
ὦ δαίμονος πολυστόνου
μοίρας τε σᾶς, γύναι.
Αἰὼν δυσαίων
τις ἔλαχεν ἔλαχεν, ὅτε σ' ἐτέκετο ματρόθεν
[215] χιονόχρως κύκνου πτερῷ
Ζεὺς πρέπων δι' αἰθέρος·
τί γὰρ ἄπεστί σοι κακῶν;
Τίνα δὲ βίοτον οὐκ ἔτλας;
Μάτηρ μὲν οἴχεται,
[220] δίδυμά τε Διὸς οὐκ εὐ-
δαιμονεῖ τέκεα φίλα,
χθόνα δὲ πάτριον οὐχ ὁρᾷς,
διὰ δὲ πόλεας ἔρχεται
βάξις, ἅ σε βαρβάροισι,
[225] πότνια, παραδίδωσι λέχεσιν,
ὁ δὲ σὸς ἐν ἁλὶ κύμασί τε λέ-
λοιπε βίοτον, οὐδέ ποτ' ἔτι
πάτρια μέλαθρα καὶ τὰν
[228β] Χαλκίοικον ὀλβιεῖς.
Ἑλένη
[229] Φεῦ φεῦ, τίς ἢ Φρυγῶν
[230] ἢ τίς Ἑλλανίας ἀπὸ χθονὸς
ἔτεμε τὰν δακρυόεσσαν
Ἰλίῳ πεύκαν;
Ἔνθεν ὀλόμενον σκάφος
συναρμόσας ὁ Πριαμίδας
ἔπλευσε βαρβάρῳ πλάτᾳ
[235] τὰν ἐμὰν ἐφ' ἑστίαν,
ἐπὶ τὸ δυστυχέστατον
κάλλος, ὡς ἕλοι, γάμων
ἀμῶν· ἅ τε δόλιος
ἁ πολυκτόνος Κύπρις
Δαναί̈δαις ἄγουσα θάνατον Πριαμίδαις,
[240] ὦ τάλαινα συμφορᾶς.
Ἁ δὲ χρυσέοις θρόνοις
Διὸς ὑπαγκάλισμα σεμνὸν
Ἥρα τὸν ὠκύπουν
ἔπεμψε Μαιάδος γόνον·
ὅς με χλοερὰ δρεπομέναν
[245] ἔσω πέπλων ῥόδεα πέταλα,
Χαλκίοικον ὡς Ἀθάναν μόλοιμ',
ἀναρπάσας δι' αἰθέρος
τάνδε γαῖαν εἰς ἄνολβον
ἔριν ἔριν τάλαιναν ἔθετο
Πριαμίδαισιν Ἑλλάδος.
Τὸ δ' ἐμὸν ὄνομα
[250] παρὰ Σιμουντίοις ῥοαῖσι
μαψίδιον ἔχει φάτιν.
Χορός
Ἔχεις μὲν ἀλγείν', οἶδα· σύμφορον δέ τοι
ὡς ῥᾷστα τἀναγκαῖα τοῦ βίου φέρειν.
Ἑλένη
[255] Φίλαι γυναῖκες, τίνι πότμῳ συνεζύγην;
Ἆρ' ἡ τεκοῦσά μ' ἔτεκεν ἀνθρώποις τέρας;
Γυνὴ γὰρ οὔθ' Ἑλληνὶς οὔτε βάρβαρος
τεῦχος νεοσσῶν λευκὸν ἐκλοχεύεται,
ἐν ᾧ με Λήδαν φασὶν ἐκ Διὸς τεκεῖν.
[260] Τέρας γὰρ ὁ βίος καὶ τὰ πράγματ' ἐστί μου,
τὰ μὲν δι' Ἥραν, τὰ δὲ τὸ κάλλος αἴτιον.
Εἴθ' ἐξαλειφθεῖσ' ὡς ἄγαλμ' αὖθις πάλιν
αἴσχιον εἶδος ἔλαβον ἀντὶ τοῦ καλοῦ,
καὶ τὰς τύχας μὲν τὰς κακὰς ἃς νῦν ἔχω
[265] Ἕλληνες ἐπελάθοντο, τὰς δὲ μὴ κακὰς
ἔσῳζον ὥσπερ τὰς κακὰς σῴζουσί μου.
Ὅστις μὲν οὖν ἐς μίαν ἀποβλέπων τύχην
πρὸς θεῶν κακοῦται, βαρὺ μέν, οἰστέον δ' ὅμως·
ἡμεῖς δὲ πολλαῖς συμφοραῖς ἐγκείμεθα.
[270] Πρῶτον μὲν οὐκ οὖσ' ἄδικος, εἰμὶ δυσκλεής·
καὶ τοῦτο μεῖζον τῆς ἀληθείας κακόν,
ὅστις τὰ μὴ προσόντα κέκτηται κακά.
Ἔπειτα πατρίδος θεοί μ' ἀφιδρύσαντο γῆς
ἐς βάρβαρ' ἤθη, καὶ φίλων τητωμένη
[275] δούλη καθέστηκ' οὖσ' ἐλευθέρων ἄπο·
τὰ βαρβάρων γὰρ δοῦλα πάντα πλὴν ἑνός.
Ἄγκυρα δ' ἥ μου τὰς τύχας ὤχει μόνη,
πόσιν ποθ' ἥξειν καί μ' ἀπαλλάξειν κακῶν
οὗτος τέθνηκεν, οὗτος οὐκέτ' ἔστι δή.
[280] Μήτηρ δ' ὄλωλε, καὶ φονεὺς αὐτῆς ἐγώ,
ἀδίκως μέν, ἀλλὰ τἄδικον τοῦτ' ἔστ' ἐμόν·
ὃ δ' ἀγλάισμα δωμάτων ἐμοῦ τ' ἔφυ,
θυγάτηρ ἄνανδρος πολιὰ παρθενεύεται·
τὼ τοῦ Διὸς δὲ λεγομένω Διοσκόρω
[285] οὐκ ἐστόν. Ἀλλὰ πάντ' ἔχουσα δυστυχῆ
τοῖς πράγμασιν τέθνηκα, τοῖς δ' ἔργοισιν οὔ.
Τὸ δ' ἔσχατον τοῦτ', εἰ μόλοιμεν ἐς πάτραν,
κλῄθροις ἂν εἰργοίμεσθα τὴν ὑπ' Ἰλίῳ
δοκοῦντες Ἑλένην Μενέλεώ μ' ἐλθεῖν μέτα.
[290] Εἰ μὲν γὰρ ἔζη πόσις, ἀνεγνώσθημεν ἂν
ἐλθόντες, ἃ φανέρ' ἦν μόνοις, ἐς ξύμβολα.
Νῦν δ' οὔτε τοῦτ' ἔστ' οὔτε μὴ σωθῇ ποτε.
Τί δῆτ' ἔτι ζῶ; Τίν' ὑπολείπομαι τύχην;
Γάμους ἑλομένη τῶν κακῶν ὑπαλλαγάς,
[295] μετ' ἀνδρὸς οἰκεῖν βαρβάρου πρὸς πλουσίαν
τράπεζαν ἵζουσ'; Ἀλλ' ὅταν πόσις πικρὸς
ξυνῇ γυναικί, καὶ τὸ σῶμ' ἐστιν πικρόν.
Θανεῖν κράτιστον· πῶς θάνοιμ' ἂν οὐ καλῶς;
Ἀσχήμονες μὲν ἀγχόναι μετάρσιοι,
[300] κἀν τοῖσι δούλοις δυσπρεπὲς νομίζεται·
σφαγαὶ δ' ἔχουσιν εὐγενές τι καὶ καλόν,
σμικρὸν δ' ὁ καιρὸς σάρκ' ἀπαλλάξαι βίου.
Ἐς γὰρ τοσοῦτον ἤλθομεν βάθος κακῶν·
αἱ μὲν γὰρ ἄλλαι διὰ τὸ κάλλος εὐτυχεῖς
[305] γυναῖκες, ἡμᾶς δ' αὐτὸ τοῦτ' ἀπώλεσεν.
Χορός
[306] Ἑλένη, τὸν ἐλθόνθ', ὅστις ἐστὶν ὁ ξένος,
μὴ πάντ' ἀληθῆ δοξάσῃς εἰρηκέναι.
Ἑλένη
Καὶ μὴν σαφῶς γ' ἔλεξ' ὀλωλέναι πόσιν.
Χορός
Πόλλ' ἂν γένοιτο καὶ διὰ ψευδῶν ἔπη.
Ἑλένη
[310] Καὶ τἄμπαλίν γε τῶνδ' ἀληθείᾳ σαφῆ.
Χορός
Ἐς ξυμφορὰν γὰρ ἀντὶ τἀγαθοῦ φέρῃ.
Ἑλένη
Φόβος γὰρ ἐς τὸ δεῖμα περιβαλών μ' ἄγει.
Χορός
Πῶς δ' εὐμενείας τοισίδ' ἐν δόμοις ἔχεις;
Ἑλένη
Πάντες φίλοι μοι πλὴν ὁ θηρεύων γάμους.
Χορός
[315] Οἶσθ' οὖν ὃ δρᾶσον; Μνήματος λιποῦσ' ἕδραν
Ἑλένη
Ἐς ποῖον ἕρπεις μῦθον ἢ παραίνεσιν;
Χορός
[317] Ἐλθοῦσ' ἐς οἴκους, ἣ τὰ πάντ' ἐπίσταται,
τῆς ποντίας Νηρῇδος ἐκγόνου κόρης,
πυθοῦ πόσιν σὸν Θεονόης, εἴτ' ἔστ' ἔτι
[320] εἴτ' ἐκλέλοιπε φέγγος· ἐκμαθοῦσα δ' εὖ
πρὸς τὰς τύχας τὸ χάρμα τοὺς γόους τ' ἔχε.
Πρὶν δ' οὐδὲν ὀρθῶς εἰδέναι, τί σοι πλέον
λυπουμένῃ γένοιτ' ἄν; Ἀλλ' ἐμοὶ πιθοῦ·
τάφον λιποῦσα τόνδε σύμμειξον κόρῃ·
[325] ὅθενπερ εἴσῃ πάντα τἀληθῆ μαθεῖν
ἔχουσ' ἐν οἴκοις τοῖσδε, τί βλέπεις πρόσω;
Θέλω δὲ κἀγὼ σοὶ συνεισελθεῖν δόμους
καὶ συμπυθέσθαι παρθένου θεσπίσματα·
γυναῖκα γὰρ δὴ συμπονεῖν γυναικὶ χρή.
Ἑλένη
[330] Φίλαι, λόγους ἐδεξάμαν·
βᾶτε βᾶτε δ' ἐς δόμους,
ἀγῶνας ἐντὸς οἴκων
ὡς πύθησθε τοὺς ἐμούς.
Χορός
Θέλουσαν οὐ μόλις καλεῖς.
Ἑλένη
[335] Ἰὼ μέλεος ἁμέρα.
Τίν' ἄρα τάλαινα τίνα δακρυό-
εντα λόγον ἀκούσομαι;
Χορός
Μὴ πρόμαντις ἀλγέων
προλάμβαν', ὦ φίλα, γόους.
Ἑλένη
[340] Τί μοι πόσις μέλεος ἔτλα;
Πότερα δέρκεται φάος
τέθριππά θ' ἁλίου κέλευθά τ' ἀστέρων,
[344] ἢ 'ν νέκυσι κατὰ χθονὸς
[345] τὰν χρόνιον ἔχει τύχαν;
Χορός
Ἐς τὸ φέρτερον τίθει
τὸ μέλλον, ὅ τι γενήσεται.
Ἑλένη
Σὲ γὰρ ἐκάλεσα, σὲ δὲ κατόμοσα,
τὸν ὑδρόεντι δόνακι χλωρὸν
[350] Εὐρώταν, θανόντος
εἰ βάξις ἔτυμος ἀνδρὸς
ἅδε μοι τί τάδ' ἀσύνετα;
Φόνιον αἰώρημα
διὰ δέρης ὀρέξομαι,
ἢ ξιφοκτόνον δίωγμα
[355] λαιμορρύτου σφαγᾶς
αὐτοσίδαρον ἔσω πελάσω διὰ σαρκὸς ἅμιλλαν,
θῦμα τριζύγοις θεαῖσι
τῷ τε σήραγγας Ἰδαί
ας ἐνίζοντι Πριαμί
δᾳ ποτ' ἀμφὶ βουστάθμους.
Χορός
[360] Ἄλλοσ' ἀποτροπὰ κακῶν
γένοιτο, τὸ δὲ σὸν εὐτυχές.
Ἑλένη
[362] Ἰὼ Τροία τάλαινα,
[362β] δι' ἔργ' ἄνεργ' ὄλλυσαι
μέλεά τ' ἔτλας· τὰ δ' ἐμὰ δῶρα
Κύπριδος ἔτεκε πολὺ μὲν αἷμα,
[365] πολὺ δὲ δάκρυον· ἄχεά τ' ἄχεσι,
δάκρυα δάκρυσιν ἔλαβε, πάθεα. . . .
Ματέρες τε παῖδας ὄλεσαν,
ἀπὸ δὲ παρθένοι κόμας
ἔθεντο σύγγονοι νεκρῶν Σκαμάνδριον
ἀμφὶ Φρύγιον οἶδμα.
[370] Βοὰν βοὰν δ' Ἑλλὰς
κελάδησε κἀνοτότυξεν,
ἐπὶ δὲ κρατὶ χέρας ἔθηκεν,
ὄνυχι δ' ἁπαλόχροα γένυν
δεῦσε φονίαισι πλαγαῖς.
[375] Ὦ μάκαρ Ἀρκαδίᾳ ποτὲ παρθένε Καλλιστοῖ, Διὸς
ἃ λεχέων ἐπέβας τετραβάμοσι γυίοις,
ὡς πολὺ ματρὸς ἐμᾶς ἔλαχες πλέον,
ἁ μορφᾷ θηρῶν λαχνογυίων
ὄμματι λάβρῷ σχῆμα λεαίνης
[380] ἐξαλλάξασ' ἄχθεα λύπης·
ἅν τέ ποτ' Ἄρτεμις ἐξεχορεύσατο
χρυσοκέρατ' ἔλαφον Μέροπος Τιτανίδα κούραν
καλλοσύνας ἕνεκεν· τὸ δ' ἐμὸν δέμας
ὤλεσεν ὤλεσε πέργαμα Δαρδανίας
[385] ὀλομένους τ' Ἀχαιούς.
Μενελέως
[386] Ὦ τὰς τεθρίππους Οἰνομάῳ Πῖσαν κάτα
Πέλοψ ἁμίλλας ἐξαμιλληθείς ποτε,
εἴθ' ὤφελες τόθ', ἡνίκ' ἔρανον εἰς θεοὺς
πεισθεὶς ἐποίεις, ἐν θεοῖς λιπεῖν βίον,
[390] πρὶν τὸν ἐμὸν Ἀτρέα πατέρα γεννῆσαί ποτε,
ὃς ἐξέφυσεν Ἀερόπης λέκτρων ἄπο
Ἀγαμέμνον' ἐμέ τε Μενέλεων, κλεινὸν ζυγόν·
πλεῖστον γὰρ οἶμαι καὶ τόδ' οὐ κόμπῳ λέγω
στράτευμα κώπῃ διορίσαι Τροίαν ἔπι,
[395] τύραννος οὐδὲν πρὸς βίαν στρατηλατῶν,
ἑκοῦσι δ' ἄρξας Ἑλλάδος νεανίαις.
Καὶ τοὺς μὲν οὐκέτ' ὄντας ἀριθμῆσαι πάρα,
τοὺς δ' ἐκ θαλάσσης ἀσμένους πεφευγότας,
νεκρῶν φέροντας ὀνόματ' εἰς οἴκους πάλιν.
[400] Ἐγὼ δ' ἐπ' οἶδμα πόντιον γλαυκῆς ἁλὸς
τλήμων ἀλῶμαι χρόνον ὅσονπερ Ἰλίου
πύργους ἔπερσα, κἀς πάτραν χρῄζων μολεῖν
οὐκ ἀξιοῦμαι τοῦδε πρὸς θεῶν τυχεῖν.
Λιβύης τ' ἐρήμους ἀξένους τ' ἐπιδρομὰς
[405] πέπλευκα πάσας· χὥταν ἐγγὺς ὦ πάτρας,
πάλιν μ' ἀπωθεῖ πνεῦμα, κοὔποτ' οὔριον
ἐσῆλθε λαῖφος ὥστε μ' ἐς πάτραν μολεῖν.
Καὶ νῦν τάλας ναυαγὸς ἀπολέσας φίλους
ἐξέπεσον ἐς γῆν τήνδε· ναῦς δὲ πρὸς πέτρας
[410] πολλοὺς ἀριθμοὺς ἄγνυται ναυαγίων.
Τρόπις δ' ἐλείφθη ποικίλων ἁρμοσμάτων,
ἐφ' ἧς ἐσώθην μόλις ἀνελπίστῳ τύχῃ
Ἑλένη τε, Τροίας ἣν ἀποσπάσας ἔχω.
Ὄνομα δὲ χώρας ἥτις ἥδε καὶ λεὼς
[415] οὐκ οἶδα· ὄχλον γὰρ ἐσπεσεῖν ᾐσχυνόμην
ὥσθ' ἱστορῆσαι, τὰς ἐμὰς δυσχλαινίας
κρύπτων ὑπ' αἰδοῦς τῆς τύχης. Ὅταν δ' ἀνὴρ
πράξῃ κακῶς ὑψηλός, εἰς ἀηθίαν
πίπτει κακίω τοῦ πάλαι δυσδαίμονος.
[420] Χρεία δὲ τείρει μ'· οὔτε γὰρ σῖτος πάρα
οὔτ' ἀμφὶ χρῶτ' ἐσθῆτες· αὐτὰ δ' εἰκάσαι
πάρεστι ναὸς ἐκβόλοις ἃ ἀμπίσχομαι.
Πέπλους δὲ τοὺς πρὶν λαμπρά τ' ἀμφιβλήματα
χλιδάς τε πόντος ἥρπασ'· ἐν δ' ἄντρου μυχοῖς
[425] κρύψας γυναῖκα τὴν κακῶν πάντων ἐμοὶ
ἄρξασαν ἥκω τούς τε περιλελειμμένους
φίλων φυλάσσειν τἄμ' ἀναγκάσας λέχη.
Μόνος δὲ νοστῶ, τοῖς ἐκεῖ ζητῶν φίλοις
τὰ πρόσφορ' ἤν πως ἐξερευνήσας λάβω.
[430] Ἰδὼν δὲ δῶμα περιφερὲς θριγκοῖς τόδε
πύλας τε σεμνὰς ἀνδρὸς ὀλβίου τινός,
προσῆλθον· ἐλπὶς δ' ἔκ γε πλουσίων δόμων
λαβεῖν τι ναύταις· ἐκ δὲ μὴ ἐχόντων βίον
οὐδ' εἰ θέλοιεν, ὠφελεῖν ἔχοιεν ἄν.
[435] Ὠή· τίς ἂν πυλωρὸς ἐκ δόμων μόλοι,
ὅστις διαγγείλειε τἄμ' ἔσω κακά;
Γραῦς
[437] Τίς πρὸς πύλαισιν; Οὐκ ἀπαλλάξῃ δόμων
καὶ μὴ πρὸς αὐλείοισιν ἑστηκὼς πύλαις
ὄχλον παρέξεις δεσπόταις; Ἢ κατθανῇ
[440] Ἕλλην πεφυκώς, οἷσιν οὐκ ἐπιστροφαί.
Μενελέως
Ὦ γραῖα, ταὐτὰ ταῦτ' ἔπη κἄλλως λέγειν
ἔξεστι, πείσομαι γάρ· ἀλλ' ἄνες λόγον.
Γραῦς
Ἄπελθ'· ἐμοὶ γὰρ τοῦτο πρόσκειται, ξένε,
μηδένα πελάζειν τοισίδ' Ἑλλήνων δόμοις.
Μενελέως
[445] Ὦ· μὴ προσείλει χεῖρα μηδ' ὤθει βίᾳ.
Γραῦς
Πείθῃ γὰρ οὐδὲν ὧν λέγω, σὺ δ' αἴτιος.
Μενελέως
Ἄγγειλον εἴσω δεσπόταισι τοῖσι σοῖς. . . .
Γραῦς
Πικρῶς ἄρ' οἶμαί γ' ἀγγελεῖν τοὺς σοὺς λόγους.
Μενελέως
Ναυαγὸς ἥκω ξένος, ἀσύλητον γένος.
Γραῦς
[450] Οἶκον πρὸς ἄλλον νύν τιν' ἀντὶ τοῦδ' ἴθι.
Μενελέως
Οὔκ, ἀλλ' ἔσω πάρειμι· καὶ σύ μοι πιθοῦ.
Γραῦς
Ὀχληρὸς ἴσθ' ὤν· καὶ τάχ' ὠσθήσῃ βίᾳ.
Μενελέως
Αἰαῖ· τὰ κλεινὰ ποῦ 'στί μοι στρατεύματα;
Γραῦς
Οὐκοῦν ἐκεῖ που σεμνὸς ἦσθ', οὐκ ἐνθάδε.
Μενελέως
[455] Ὦ δαῖμον, ὡς ἀνάξι' ἠτιμώμεθα.
Γραῦς
Τί βλέφαρα τέγγεις δάκρυσι; Πρὸς τίν' οἰκτρὸς εἶ;
Μενελέως
Πρὸς τὰς πάροιθεν συμφορὰς εὐδαίμονας.
Γραῦς
Οὔκουν ἀπελθὼν δάκρυα σοῖς δώσεις φίλοις;
Μενελέως
Τίς δ' ἥδε χώρα; Τοῦ δὲ βασίλειοι δόμοι;
Γραῦς
[460] Πρωτεὺς τάδ' οἰκεῖ δώματ', Αἴγυπτος δὲ γῆ.
Μενελέως
Αἴγυπτος; Ὦ δύστηνος, οἷ πέπλευκ' ἄρα.
Γραῦς
Τί δὴ τὸ Νείλου μεμπτόν ἐστί σοι γάνος;
Μενελέως
Οὐ τοῦτ' ἐμέμφθην· τὰς ἐμὰς στένω τύχας.
Γραῦς
Πολλοὶ κακῶς πράσσουσιν, οὐ σὺ δὴ μόνος.
Μενελέως
[465] Ἔστ' οὖν ἐν οἴκοις ὅντιν' ὀνομάζεις ἄναξ;
Γραῦς
Τόδ' ἐστὶν αὐτοῦ μνῆμα, παῖς δ' ἄρχει χθονός.
Μενελέως
Ποῦ δῆτ' ἂν εἴη; Πότερον ἐκτὸς ἢ 'ν δόμοις;
Γραῦς
Οὐκ ἔνδον· Ἕλλησιν δὲ πολεμιώτατος.
Μενελέως
Τίν' αἰτίαν σχὼν ἧς ἐπηυρόμην ἐγώ;
Γραῦς
[470] Ἑλένη κατ' οἴκους ἐστὶ τούσδ' ἡ τοῦ Διός.
Μενελέως
Πῶς φῄς; Τίν' εἶπας μῦθον; Αὖθίς μοι φράσον.
Γραῦς
Ἡ Τυνδαρὶς παῖς, ἣ κατὰ Σπάρτην ποτ' ἦν.
Μενελέως
Πόθεν μολοῦσα; Τίνα τὸ πρᾶγμ' ἔχει λόγον;
Γραῦς
Λακεδαίμονος γῆς δεῦρο νοστήσασ' ἄπο.
Μενελέως
[475] Πότε; Οὔ τί που λελῄσμεθ' ἐξ ἄντρων λέχος;
Γραῦς
[476] Πρὶν τοὺς Ἀχαιούς, ὦ ξέν', ἐς Τροίαν μολεῖν.
Ἀλλ' ἕρπ' ἀπ' οἴκων· ἔστι γάρ τις ἐν δόμοις
τύχη, τύραννος ᾗ ταράσσεται δόμος.
Καιρὸν γὰρ οὐδέν' ἦλθες· ἢν δὲ δεσπότης
[480] λάβῃ σε, θάνατος ξένιά σοι γενήσεται.
Εὔνους γάρ εἰμ' Ἕλλησιν, οὐχ ὅσον πικροὺς
λόγους ἔδωκα δεσπότην φοβουμένη.
Μενελέως
[483] Τί φῶ; Τί λέξω; Συμφορὰς γὰρ ἀθλίας
ἐκ τῶν πάροιθεν τὰς παρεστώσας κλύω,
[485] εἰ τὴν μὲν αἱρεθεῖσαν ἐκ Τροίας ἄγων
ἥκω δάμαρτα καὶ κατ' ἄντρα σῴζεται,
ὄνομα δὲ ταὐτὸν τῆς ἐμῆς ἔχουσά τις
δάμαρτος ἄλλη τοισίδ' ἐνναίει δόμοις.
Διὸς δ' ἔλεξε παῖδά νιν πεφυκέναι.
[490] Ἀλλ' ἦ τις ἔστι Ζηνὸς ὄνομ' ἔχων ἀνὴρ
Νείλου παρ' ὄχθας; Εἷς γὰρ ὅ γε κατ' οὐρανόν.
Σπάρτη δὲ ποῦ γῆς ἐστι πλὴν ἵνα ῥοαὶ
τοῦ καλλιδόνακός εἰσιν Εὐρώτα μόνον;
Ἁπλοῦν δὲ Τυνδάρειον ὄνομα κλῄζεται.
[495] Λακεδαίμονος δὲ γαῖα τίς ξυνώνυμος
Τροίας τε; Ἐγὼ μὲν οὐκ ἔχω τί χρὴ λέγειν.
Πολλοὶ γάρ, ὡς εἴξασιν, ἐν πολλῇ χθονὶ
ὀνόματα ταὔτ' ἔχουσι καὶ πόλις πόλει
γυνὴ γυναικί τ'· οὐδὲν οὖν θαυμαστέον.
[500] Οὐδ' αὖ τὸ δεινὸν προσπόλου φευξούμεθα·
ἀνὴρ γὰρ οὐδεὶς ὧδε βάρβαρος φρένας,
ὃς ὄνομ' ἀκούσας τοὐμὸν οὐ δώσει βοράν.
Κλεινὸν τὸ Τροίας πῦρ ἐγώ θ' ὃς ἧψά νιν,
Μενέλαος, οὐκ ἄγνωστος ἐν πάσῃ χθονί.
[505] Δόμων ἄνακτα προσμενῶ· δισσὰς δέ μοι
ἔχει φυλάξεις· ἢν μὲν ὠμόφρων τις ᾖ,
κρύψας ἐμαυτὸν εἶμι πρὸς ναυάγια·
ἢν δ' ἐνδιδῷ τι μαλθακόν, τὰ πρόσφορα
τῆς νῦν παρούσης συμφορᾶς αἰτήσομαι.
[510] Κακῶν μὲν ἡμῖν ἔσχατον τοῖς ἀθλίοις,
ἄλλους τυράννους αὐτὸν ὄντα βασιλέα
βίον προσαιτεῖν· ἀλλ' ἀναγκαίως ἔχει.
Λόγος γάρ ἐστιν οὐκ ἐμός, σοφὸν δ' ἔπος,
δεινῆς ἀνάγκης οὐδὲν ἰσχύειν πλέον.
Χορός
[515] Ἤκουσα τᾶς θεσπιῳδοῦ κόρας,
ἃ χρῄζουσ' ἐφάνη τυράννοις
δόμοις, ὡς Μενέλαος οὔ
πω μελαμφαὲς οἴχεται
δι' ἔρεβος χθονὶ κρυφθείς,
[520] ἀλλ' ἔτι κατ' οἶδμ' ἅλιον
τρυχόμενος οὔπω λιμένων
ψαύσειεν πατρίας γᾶς,
ἀλατείᾳ βιότου
ταλαίφρων, ἄφιλος φίλων,
[525] παντοδαπᾶς ἐπὶ γᾶς πόδα
χριμπτόμενος εἰναλίῳ
κώπᾳ Τρῳάδος ἐκ γᾶς.
Ἑλένη
[528] Ἥδ' αὖ τάφου τοῦδ' εἰς ἕδρας ἐγὼ πάλιν
στείχω, μαθοῦσα Θεονόης φίλους λόγους,
[530] ἣ πάντ' ἀληθῶς οἶδε· φησὶ δ' ἐν φάει
πόσιν τὸν ἁμὸν ζῶντα φέγγος εἰσορᾶν,
πορθμοὺς δ' ἀλᾶσθαι μυρίους πεπλωκότα
ἐκεῖσε κἀκεῖσ' οὐδ' ἀγύμναστον πλάνοις,
ἥξειν <δ'> ὅταν δὴ πημάτων λάβῃ τέλος.
[535] Ἓν δ' οὐκ ἔλεξεν, εἰ μολὼν σωθήσεται.
Ἐγὼ δ' ἀπέστην τοῦτ' ἐρωτῆσαι σαφῶς,
ἡσθεῖσ' ἐπεί νιν εἶπέ μοι σεσῳσμένον.
Ἐγγὺς δέ νίν που τῆσδ' ἔφασκ' εἶναι χθονός,
ναυαγὸν ἐκπεσόντα σὺν παύροις φίλοις.
[540] Ὤμοι, πόθ' ἥξεις; Ὡς ποθεινὸς ἂν μόλοις.
Ἔα, τίς οὗτος; Οὔ τί που κρυπτεύομαι
Πρωτέως ἀσέπτου παιδὸς ἐκ βουλευμάτων;
Οὐχ ὡς δρομαία πῶλος ἢ Βάκχη θεοῦ
τάφῳ ξυνάψω κῶλον; Ἄγριος δέ τις
[545] μορφὴν ὅδ' ἐστίν, ὅς με θηρᾶται λαβεῖν.
Μενελέως
[546] Σὲ τὴν ὄρεγμα δεινὸν ἡμιλλημένην
τύμβου 'πὶ κρηπῖδ' ἐμπύρους τ' ὀρθοστάτας,
μεῖνον· τί φεύγεις; Ὡς δέμας δείξασα σὸν
ἔκπληξιν ἡμῖν ἀφασίαν τε προστίθης.
Ἑλένη
[550] Ἀδικούμεθ', ὦ γυναῖκες· εἰργόμεσθα γὰρ
τάφου πρὸς ἀνδρὸς τοῦδε, καί μ' ἑλὼν θέλει
δοῦναι τυράννοις ὧν ἐφεύγομεν γάμους.
Μενελέως
Οὐ κλῶπές ἐσμεν, οὐχ ὑπηρέται κακῶν.
Ἑλένη
Καὶ μὴν στολήν γ' ἄμορφον ἀμφὶ σῶμ' ἔχεις.
Μενελέως
[555] Στῆσον, φόβου μεθεῖσα, λαιψηρὸν πόδα.
Ἑλένη
Ἵστημ', ἐπεί γε τοῦδ' ἐφάπτομαι τόπου.
Μενελέως
Τίς εἶ; Τίν' ὄψιν σήν, γύναι, προσδέρκομαι;
Ἑλένη
Σὺ δ' εἶ τίς; Αὑτὸς γὰρ σὲ κἄμ' ἔχει λόγος.
Μενελέως
Οὐπώποτ' εἶδον προσφερέστερον δέμας.
Ἑλένη
[560] Ὦ θεοί· θεὸς γὰρ καὶ τὸ γιγνώσκειν φίλους.
<Μενελέως
Ἑλληνὶς εἶ τις ἢ ἐπιχωρία γυνή;>
Ἑλένη
Ἑλληνίς· ἀλλὰ καὶ τὸ σὸν θέλω μαθεῖν.
Μενελέως
Ἑλένῃ σ' ὁμοίαν δὴ μάλιστ' εἶδον, γύναι.
Ἑλένη
Ἐγὼ δὲ Μενέλεῴ γε σέ· οὐδ' ἔχω τί φῶ.
Μενελέως
[565] Ἔγνως γὰρ ὀρθῶς ἄνδρα δυστυχέστατον.
Ἑλένη
Ὦ χρόνιος ἐλθὼν σῆς δάμαρτος ἐς χέρας.
Μενελέως
Ποίας δάμαρτος; Μὴ θίγῃς ἐμῶν πέπλων.
Ἑλένη
Ἣν σοι δίδωσι Τυνδάρεως, ἐμὸς πατήρ.
Μενελέως
Ὦ φωσφόρ' Ἑκάτη, πέμπε φάσματ' εὐμενῆ.
Ἑλένη
[570] Οὐ νυκτίφαντον πρόπολον Ἐνοδίας μ' ὁρᾷς.
Μενελέως
Οὐ μὴν γυναικῶν γ' εἷς δυοῖν ἔφυν πόσις.
Ἑλένη
Ποίων δὲ λέκτρων δεσπότης ἄλλων ἔφυς;
Μενελέως
Ἣν ἄντρα κεύθει κἀκ Φρυγῶν κομίζομαι.
Ἑλένη
Οὐκ ἔστιν ἄλλη σή τις ἀντ' ἐμοῦ γυνή.
Μενελέως
[575] Οὔ που φρονῶ μὲν εὖ, τὸ δ' ὄμμα μου νοσεῖ;
Ἑλένη
Οὐ γάρ με λεύσσων σὴν δάμαρθ' ὁρᾶν δοκεῖς;
Μενελέως
Τὸ σῶμ' ὅμοιον, τὸ δὲ σαφές μ' ἀποστερεῖ.
Ἑλένη
Σκέψαι· τί σοὐνδεῖ; Τίς δὲ σοῦ σοφώτερος;
Μενελέως
Ἔοικας· οὔτοι τοῦτό γ' ἐξαρνήσομαι.
Ἑλένη
[580] Τίς οὖν διδάξει σ' ἄλλος ἢ τὰ σ' ὄμματα;
Μενελέως
Ἐκεῖ νοσοῦμεν, ὅτι δάμαρτ' ἄλλην ἔχω.
Ἑλένη
Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρῳάδ', ἀλλ' εἴδωλον ἦν.
Μενελέως
Καὶ τίς βλέποντα σώματ' ἐξεργάζεται;
Ἑλένη
Αἰθήρ, ὅθεν σὺ θεοπόνητ' ἔχεις λέχη.
Μενελέως
[585] Τίνος πλάσαντος θεῶν; Ἄελπτα γὰρ λέγεις.
Ἑλένη
Ἥρας, διάλλαγμ', ὡς Πάρις με μὴ λάβοι.
Μενελέως
Πῶς οὖν ἂν ἐνθάδ' ἦσθά <τ'> ἐν Τροίᾳ θ' ἅμα;
Ἑλένη
Τοὔνομα γένοιτ' ἂν πολλαχοῦ, τὸ σῶμα δ' οὔ.
Μενελέως
Μέθες με, λύπης ἅλις ἔχων ἐλήλυθα.
Ἑλένη
[590] Λείψεις γὰρ ἡμᾶς, τὰ δὲ κέν' ἐξάξεις λέχη;
Μενελέως
Καὶ χαῖρέ γ', Ἑλένῃ προσφερὴς ὁθούνεκ' εἶ.
Ἑλένη
Ἀπωλόμην· λαβοῦσά σ' οὐχ ἕξω πόσιν.
Μενελέως
Τοὐκεῖ με μέγεθος τῶν πόνων πείθει, σὺ δ' οὔ.
Ἑλένη
Οἲ ἐγώ· τίς ἡμῶν ἐγένετ' ἀθλιωτέρα;
[595] Οἱ φίλτατοι λείπουσί μ' οὐδ' ἀφίξομαι
Ἕλληνας οὐδὲ πατρίδα τὴν ἐμήν ποτε.
Ἄγγελος
[597] Μενέλαε, μαστεύων σε κιγχάνω μόλις
πᾶσαν πλανηθεὶς τήνδε βάρβαρον χθόνα,
πεμφθεὶς ἑταίρων τῶν λελειμμένων ὕπο.
Μενελέως
[600] Τί δ' ἔστιν; Οὔ που βαρβάρων συλᾶσθ' ὕπο;
Ἄγγελος
Θαῦμ' ἔστ', ἔλασσον τοὔνομ' ἢ τὸ πρᾶγμ' ἔχον.
Μενελέως
Λέγ'· ὡς φέρεις τι τῇδε τῇ σπουδῇ νέον.
Ἄγγελος
Λέγω πόνους σε μυρίους τλῆναι μάτην.
Μενελέως
Παλαιὰ θρηνεῖς πήματ'· ἀγγέλλεις δὲ τί;
Ἄγγελος
[605] Βέβηκεν ἄλοχος σὴ πρὸς αἰθέρος πτυχὰς
ἀρθεῖσ' ἄφαντος· οὐρανῷ δὲ κρύπτεται
λιποῦσα σεμνὸν ἄντρον οὗ σφ' ἐσῴζομεν,
τοσόνδε λέξασ'· Ὦ ταλαίπωροι Φρύγες
πάντες τ' Ἀχαιοί, δι' ἔμ' ἐπὶ Σκαμανδρίοις
[610] ἀκταῖσιν Ἥρας μηχαναῖς ἐθνῄσκετε,
δοκοῦντες Ἑλένην οὐκ ἔχοντ' ἔχειν Πάριν.
Ἐγὼ δ', ἐπειδὴ χρόνον ἔμειν' ὅσον με χρῆν,
τὸ μόρσιμον σῴσασα, πατέρ' ἐς οὐρανὸν
ἄπειμι· φήμας δ' ἡ τάλαινα Τυνδαρὶς
[615] ἄλλως κακὰς ἤκουσεν οὐδὲν αἰτία.
Ὦ χαῖρε, Λήδας θύγατερ, ἐνθάδ' ἦσθ' ἄρα;
Ἐγὼ δέ σ' ἄστρων ὡς βεβηκυῖαν μυχοὺς
ἤγγελλον εἰδὼς οὐδὲν ὡς ὑπόπτερον
δέμας φοροίης. Οὐκ ἐῶ σε κερτομεῖν
[620] ἡμᾶς τόδ' αὖθις, ὡς ἄδην ἐν Ἰλίῳ
πόνους παρεῖχες σῷ πόσει καὶ συμμάχοις.
Μενελέως
Τοῦτ' ἔστ' ἐκεῖνο· ξυμβεβᾶσιν οἱ λόγοι
οἱ τῆσδ' ἀληθεῖς. Ὦ ποθεινὸς ἡμέρα,
ἥ σ' εἰς ἐμὰς ἔδωκεν ὠλένας λαβεῖν.
Ἑλένη
[625] Ὦ φίλτατ' ἀνδρῶν Μενέλεως, ὁ μὲν χρόνος
παλαιός, ἡ δὲ τέρψις ἀρτίως πάρα.
Ἔλαβον ἀσμένα πόσιν ἐμόν, φίλαι,
περί τ' ἐπέτασα χέρα
φίλιον ἐν μακρᾷ φλογὶ φαεσφόρῳ.
Μενελέως
[630] Κἀγὼ σέ· πολλοὺς δ' ἐν μέσῳ λόγους ἔχων
οὐκ οἶδ' ὁποίου πρῶτον ἄρξωμαι τὰ νῦν.
Ἑλένη
Γέγηθα, κρατὶ δ' ὀρθίους ἐθείρας
ἀνεπτέρωκα καὶ δάκρυ σταλάσσω,
περὶ δὲ γυῖα χέρας ἔβαλον, ἡδονάν,
[635] ὦ πόσις, ὡς λάβω.
Μενελέως
[636] Ὦ φιλτάτη πρόσοψις, οὐκ ἐμέμφθην·
ἔχω τὰ τῆς Διός τε λέκτρα Λήδας θ',
ἃν ὑπὸ λαμπάδων κόροι λεύκιπποι
[640] ξυνομαίμονες ὤλβισαν ὤλβισαν
τὸ πρόσθεν, ἐκ δόμων δὲ νοσφίσας σ' ἐμοῦ
πρὸς ἄλλαν ἐλαύνει
θεὸς συμφορὰν τᾶσδε κρείσσω.
Τὸ κακὸν δ' ἀγαθὸν σέ τε κἀμὲ συνάγαγε, πόσιν
[645] χρόνιον, ἀλλ' ὅμως ὀναίμαν τύχας.
Χορός
Ὄναιο δῆτα. Ταὐτὰ δὴ ξυνεύχομαι·
δυοῖν γὰρ ὄντοιν οὐχ ὃ μὲν τλήμων, ὃ δ' οὔ.
Ἑλένη
Φίλαι φίλαι, τὰ πάρος οὐκέτι
στένομεν οὐδ' ἀλγῶ.
[650] Πόσιν ἐμὸν ἔχομεν ἔχομεν, ὃν ἔμενον
ἔμενον ἐκ Τροίας πολυετῆ μολεῖν.
Μενελέως
Ἔχεις, ἐγώ τε σέ· ἡλίους δὲ μυρίους
μόλις διελθὼν ᾐσθόμην τὰ τῆς θεοῦ.
Ἐμὰ δὲ χαρμονὰ δάκρυα· πλέον ἔχει
[655] χάριτος ἢ λύπας.
Ἑλένη
Τί φῶ; Τίς ἂν τάδ' ἤλπισεν βροτῶν ποτε;
Ἀδόκητον ἔχω σε πρὸς στέρνοις.
Μενελέως
Κἀγὼ σὲ τὴν δοκοῦσαν Ἰδαίαν πόλιν
μολεῖν Ἰλίου τε μελέους πύργους.
[660] Πρὸς θεῶν, δόμων πῶς τῶν ἐμῶν ἀπεστάλης;
Ἑλένη
Ἔ ἔ· πικρὰς ἐς ἀρχὰς βαίνεις,
ἒ ἔ· πικρὰν δ' ἐρευνᾷς φάτιν.
Μενελέως
Λέγ'· ὡς ἀκουστὰ πάντα δῶρα δαιμόνων.
Ἑλένη
Ἀπέπτυσα μὲν λόγον, οἷον οἷον ἐσοίσομαι.
Μενελέως
[665] Ὅμως δὲ λέξον· ἡδύ τοι μόχθων κλύειν.
Ἑλένη
Οὐκ ἐπὶ βαρβάρου λέκτρα νεανία
πετομένας κώπας,
πετομένου δ' ἔρωτος ἀδίκων γάμων . .
Μενελέως
Τίς <γάρ> σε δαίμων ἢ πότμος συλᾷ πάτρας;
Ἑλένη
[670] Ὁ Διὸς ὁ Διός, Ὦ πόσι, παῖς μ' . . .
ἐπέλασεν Νείλῳ.
Μενελέως
Θαυμαστά· τοῦ πέμψαντος; ὦ δεινοὶ λόγοι.
Ἑλένη
Κατεδάκρυσα καὶ βλέφαρον ὑγραίνω
δάκρυσιν· ἁ Διός μ' ἄλοχος ὤλεσεν.
Μενελέως
[675] Ἥρα; Τί νῷν χρῄζουσα προσθεῖναι κακόν;
Ἑλένη
Ὤμοι ἐμῶν δεινῶν, λουτρῶν καὶ κρηνῶν,
ἵνα θεαὶ μορφὰν
ἐφαίδρυναν, ἔνθεν ἔμολεν κρίσις.
Μενελέως
Τὰ δ' ἐς κρίσιν σοι τῶνδ' ἔθηχ' Ἥρα κακῶν ;
Ἑλένη
[680] Πάριν ὡς ἀφέλοιτο
Μενελέως
Πῶς; Αὔδα.
Ἑλένη
Κύπρις ᾧ μ' ἐπένευσεν
Μενελέως
Ὦ τλᾶμον.
Ἑλένη
Τλάμων, τλάμων· ὧδ' ἐπέλασ' Αἰγύπτῳ.
Μενελέως
Εἶτ' ἀντέδωκ' εἴδωλον, ὡς σέθεν κλύω.
Ἑλένη
τὰ δὲ <σὰ> κατὰ μέλαθρα πάθεα πάθεα, μᾶ-
[685] τερ, οἲ 'γώ.
Μενελέως
Τί φῄς;
Ἑλένη
Οὐκ ἔστι μάτηρ· ἀγχόνιον δὲ βρόχον
δι' ἐμὰν κατεδήσατο δυσγάμου αἰσχύναν.
Μενελέως
Ὤμοι· θυγατρὸς δ' Ἑρμιόνης ἔστιν βίος;
Ἑλένη
Ἄγαμος ἄτεκνος, ὦ πόσι, καταστένει
[690] γάμον ἄγαμον <ἐμόν>.
Μενελέως
Ὦ πᾶν κατ' ἄκρας δῶμ' ἐμὸν πέρσας Πάρις,
τάδε καὶ σὲ διώλεσε μυριάδας τε
χαλκεόπλων Δαναῶν.
Ἑλένη
Ἐμὲ δὲ πατρίδος ἄπο κακόποτμον ἀραίαν
[695] ἔβαλε θεὸς ἀπό <τε> πόλεος ἀπό τε σέθεν,
ὅτε μέλαθρα λέχεά τ' ἔλιπον οὐ λιποῦσ'
ἐπ' αἰσχροῖς γάμοις.
Χορός
Εἰ καὶ τὰ λοιπὰ τῆς τύχης εὐδαίμονος
τύχοιτε, πρὸς τὰ πρόσθεν ἀρκέσειεν ἄν.
Ἄγγελος
[700] Μενέλαε, κἀμοὶ πρόσδοτον τῆς ἡδονῆς,
ἣν μανθάνω μὲν καὐτός, οὐ σαφῶς δ' ἔχω.
Μενελέως
Ἀλλ', ὦ γεραιέ, καὶ σὺ κοινώνει λόγων.
Ἄγγελος
Οὐχ ἥδε μόχθων τῶν ἐν Ἰλίῳ βραβεύς;
Μενελέως
Οὐχ ἥδε, πρὸς θεῶν δ' ἦμεν ἠπατημένοι,
[705] νεφέλης ἄγαλμ' ἔχοντες ἐν χεροῖν λυγρόν.
Ἄγγελος
Τί φῄς;
Νεφέλης ἄρ' ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι;
Μενελέως
Ἥρας τάδ' ἔργα καὶ θεῶν τρισσῶν ἔρις.
Ἄγγελος
ἡ δ' οὖσ' ἀληθῶς ἐστιν ἥδε σὴ δάμαρ;
Μενελέως
[710] αὕτη· λόγοις δ' ἐμοῖσι πίστευσον τάδε.
Ἄγγελος
[711] Ὦ θύγατερ, ὁ θεὸς ὡς ἔφυ τι ποικίλον
καὶ δυστέκμαρτον. Εὖ δέ πως πάντα στρέφει
ἐκεῖσε κἀκεῖσ' ἀναφέρων· ὃ μὲν πονεῖ,
ὃ δ' οὐ πονήσας αὖθις ὄλλυται κακῶς,
[715] βέβαιον οὐδὲν τῆς ἀεὶ τύχης ἔχων.
Σὺ γὰρ πόσις τε σὸς πόνων μετέσχετε,
σὺ μὲν λόγοισιν, ὃ δὲ δορὸς προθυμίᾳ.
Σπεύδων δ' ὅτ' ἔσπευδ' οὐδὲν εἶχε· νῦν δ' ἔχει
αὐτόματα πράξας τἀγάθ' εὐτυχέστατα.
[720] Οὐκ ἄρα γέροντα πατέρα καὶ Διοσκόρω
ᾔσχυνας, οὐδ' ἔδρασας οἷα κλῄζεται.
Νῦν ἀνανεοῦμαι τὸν σὸν ὑμέναιον πάλιν
καὶ λαμπάδων μεμνήμεθ' ἃς τετραόροις
ἵπποις τροχάζων παρέφερον· σὺ δ' ἐν δίφροις
[725] ξὺν τῷδε νύμφη δῶμ' ἔλειπες ὄλβιον.
Κακὸς γὰρ ὅστις μὴ σέβει τὰ δεσποτῶν
καὶ ξυγγέγηθε καὶ συνωδίνει κακοῖς.
Ἐγὼ μὲν εἴην, κεἰ πέφυχ' ὅμως λάτρις,
ἐν τοῖσι γενναίοισιν ἠριθμημένος
[730] δούλοισι, τοὔνομ' οὐκ ἔχων ἐλεύθερον,
τὸν νοῦν δέ· κρεῖσσον γὰρ τόδ' ἢ δυοῖν κακοῖν
ἕν' ὄντα χρῆσθαι, τὰς φρένας τ' ἔχειν κακὰς
ἄλλων τ' ἀκούειν δοῦλον ὄντα τῶν πέλας.
Μενελέως
[734] Ἄγ', ὦ γεραιέ, πολλὰ μὲν παρ' ἀσπίδα
[735] μοχθήματ' ἐξέπλησας ἐκπονῶν ἐμοί,
καὶ νῦν μετασχὼν τῆς ἐμῆς εὐπραξίας
ἄγγειλον ἐλθὼν τοῖς λελειμμένοις φίλοις
τάδ' ὡς ἔχονθ' ηὕρηκας οἷ τ' ἐσμὲν τύχης,
μένειν τ' ἐπ' ἀκταῖς τούς τ' ἐμοὺς καραδοκεῖν
[740] ἀγῶνας οἳ μένουσί μ', ὡς ἐλπίζομεν,
κεἰ τήνδε πως δυναίμεθ' ἐκκλέψαι χθονός,
φρουρεῖν ὅπως ἂν εἰς ἓν ἐλθόντες τύχης
ἐκ βαρβάρων σωθῶμεν, ἢν δυνώμεθα.
Ἄγγελος
[744] Ἔσται τάδ', ὦναξ. Ἀλλά τοι τὰ μάντεων
[745] ἐσεῖδον ὡς φαῦλ' ἐστὶ καὶ ψευδῶν πλέα.
Οὐδ' ἦν ἄρ' ὑγιὲς οὐδὲν ἐμπύρου φλογὸς
οὐδὲ πτερωτῶν φθέγματ'· εὔηθες δέ τοι
τὸ καὶ δοκεῖν ὄρνιθας ὠφελεῖν βροτούς.
Κάλχας γὰρ οὐκ εἶπ' οὐδ' ἐσήμηνε στρατῷ
[750] νεφέλης ὑπερθνῄσκοντας εἰσορῶν φίλους
οὐδ' Ἕλενος, ἀλλὰ πόλις ἀνηρπάσθη μάτην.
Εἴποις ἄν· Οὕνεχ' ὁ θεὸς οὐκ ἠβούλετο;
Τί δῆτα μαντευόμεθα; Τοῖς θεοῖσι χρὴ
θύοντας αἰτεῖν ἀγαθά, μαντείας δ' ἐᾶν·
[755] βίου γὰρ ἄλλως δέλεαρ ηὑρέθη τόδε,
κοὐδεὶς ἐπλούτησ' ἐμπύροισιν ἀργὸς ὤν·
γνώμη δ' ἀρίστη μάντις ἥ τ' εὐβουλία.
Χορός
[758] Ἐς ταὐτὸ κἀμοὶ δόξα μαντειῶν πέρι
χωρεῖ γέροντι· τοὺς θεοὺς ἔχων τις ἂν
[760] φίλους ἀρίστην μαντικὴν ἔχοι δόμοις.
Ἑλένη
Εἶἑν· τὰ μὲν δὴ δεῦρ' ἀεὶ καλῶς ἔχει.
Ὅπως δ' ἐσώθης, ὦ τάλας, Τροίας ἄπο,
κέρδος μὲν οὐδὲν εἰδέναι, πόθος δέ τις
τὰ τῶν φίλων φίλοισιν αἰσθέσθαι κακά.
Μενελέως
[765] Ἦ πόλλ' ἀνήρου μ' ἑνὶ λόγῳ μιᾷ θ' ὁδῷ.
Τί σοι λέγοιμ' ἂν τὰς ἐν Αἰγαίῳ φθορὰς
τὰ Ναυπλίου τ' Εὐβοικὰ πυρπολήματα
Κρήτην τε Λιβύης θ' ἃς ἐπεστράφην πόλεις,
σκοπιάς τε Περσέως; Οὐ γὰρ ἐμπλήσαιμί σ' <ἂν>
[770] μύθων, λέγων τ' ἄν σοι κάκ' ἀλγοίην ἔτι,
πάσχων τ' ἔκαμνον· δὶς δὲ λυπηθεῖμεν ἄν.
Ἑλένη
[772] Κάλλιον εἶπας ἤ σ' ἀνηρόμην ἐγώ.
Ἓν δ' εἰπὲ πάντα παραλιπών, πόσον χρόνον
πόντου 'πὶ νώτοις ἅλιον ἐφθείρου πλάνον;
Μενελέως
[775] Ἐν ναυσὶν ὢν πρὸς τοῖσιν ἐν Τροίᾳ δέκα
ἔτεσι διῆλθον ἑπτὰ περιδρομὰς ἐτῶν.
Ἑλένη
Φεῦ φεῦ· μακρόν γ' ἔλεξας, ὦ τάλας, χρόνον
σωθεὶς δ' ἐκεῖθεν ἐνθάδ' ἦλθες ἐς σφαγάς.
Μενελέως
Πῶς φῄς; Τί λέξεις; Ὥς μ' ἀπώλεσας, γύναι.
Ἑλένη
[780] Φεῦγ' ὡς τάχιστα τῆσδ' ἀπαλλαχθεὶς χθονός.
Θανῇ πρὸς ἀνδρὸς οὗ τάδ' ἐστὶ δώματα.
Μενελέως
Τί χρῆμα δράσας ἄξιον τῆς συμφορᾶς;
Ἑλένη
Ἥκεις ἄελπτος ἐμποδὼν ἐμοῖς γάμοις.
Μενελέως
Ἦ γὰρ γαμεῖν τις τἄμ' ἐβουλήθη λέχη;
Ἑλένη
[785] Ὕβριν θ' ὑβρίζειν εἰς ἔμ', ἣν ἔτλην ἐγώ.
Μενελέως
Ἰδίᾳ σθένων τις ἢ τυραννεύων χθονός;
Ἑλένη
Ὃς γῆς ἀνάσσει τῆσδε Πρωτέως γόνος.
Μενελέως
Τόδ' ἔστ' ἐκεῖν' αἴνιγμ' ὃ προσπόλου κλύω.
Ἑλένη
Ποίοις ἐπιστὰς βαρβάροις πυλώμασιν;
Μενελέως
[790] Τοῖσδ', ἔνθεν ὥσπερ πτωχὸς ἐξηλαυνόμην.
Ἑλένη
Οὔ που προσῄτεις βίοτον; Ὦ τάλαιν' ἐγώ.
Μενελέως
Τοὔργον μὲν ἦν τοῦτ', ὄνομα δ' οὐκ εἶχεν τόδε.
Ἑλένη
Πάντ' οἶσθ' ἄρ', ὡς ἔοικας, ἀμφ' ἐμῶν γάμων.
Μενελέως
Οἶδ'· εἰ δὲ λέκτρα διέφυγες τάδ' οὐκ ἔχω.
Ἑλένη
[795] Ἄθικτον εὐνὴν ἴσθι σοι σεσῳσμένην.
Μενελέως
Τίς τοῦδε πειθώ; Φίλα γάρ, εἰ σαφῆ λέγεις.
Ἑλένη
Ὁρᾷς τάφου τοῦδ' ἀθλίους ἕδρας ἐμάς;
Μενελέως
Ὁρῶ ταλαίνας στιβάδας, ὧν τί σοὶ μέτα;
Ἑλένη
Ἐνταῦθα λέκτρων ἱκετεύομεν φυγάς.
Μενελέως
[800] Βωμοῦ σπανίζουσ' ἢ νόμοισι βαρβάροις;
Ἑλένη
Ἐρρύεθ' ἡμᾶς τοῦτ' ἴσον ναοῖς θεῶν.
Μενελέως
Οὐδ' ἄρα πρὸς οἴκους ναυστολεῖν <σ'> ἔξεστί μοι;
Ἑλένη
Ξίφος μένει σε μᾶλλον ἢ τοὐμὸν λέχος.
Μενελέως
Οὕτως ἂν εἴην ἀθλιώτατος βροτῶν.
Ἑλένη
[805] Μή νυν καταιδοῦ, φεῦγε δ' ἐκ τῆσδε χθονός.
Μενελέως
Λιπών σε; Τροίαν ἐξέπερσα σὴν χάριν.
Ἑλένη
Κρεῖσσον γὰρ ἤ σε τἄμ' ἀποκτεῖναι λέχη.
Μενελέως
Ἄνανδρά γ' εἶπας Ἰλίου τ' οὐκ ἄξια.
Ἑλένη
Οὐκ ἂν κτάνοις τύραννον, ὃ σπεύδεις ἴσως.
Μενελέως
[810] Οὕτω σιδήρῳ τρωτὸν οὐκ ἔχει δέμας;
Ἑλένη
Εἴσῃ. Τὸ τολμᾶν δ' ἀδύνατ' ἀνδρὸς οὐ σοφοῦ.
Μενελέως
Σιγῇ παράσχω δῆτ' ἐμὰς δῆσαι χέρας;
Ἑλένη
Ἐς ἄπορον ἥκεις· δεῖ δὲ μηχανῆς τινος.
Μενελέως
Δρῶντας γὰρ ἢ μὴ δρῶντας ἥδιον θανεῖν.
Ἑλένη
[815] Μί' ἔστιν ἐλπίς, ᾗ μόνῃ σωθεῖμεν ἄν.
Μενελέως
Ὠνητὸς ἢ τολμητὸς ἢ λόγων ὕπο;
Ἑλένη
Εἰ μὴ τύραννός <σ'> ἐκπύθοιτ' ἀφιγμένον.
Μενελέως
Ἐρεῖ δὲ τίς μ'; Οὐ γνώσεταί γ' ὅς εἰμ' ἐγώ.
Ἑλένη
Ἔστ' ἔνδον αὐτῷ ξύμμαχος θεοῖς ἴση.
Μενελέως
[820] Φήμη τις οἴκων ἐν μυχοῖς ἱδρυμένη;
Ἑλένη
Οὔκ, ἀλλ' ἀδελφή· Θεονόην καλοῦσί νιν.
Μενελέως
Χρηστήριον μὲν τοὔνομ'· ὅ τι δὲ δρᾷ φράσον.
Ἑλένη
Πάντ' οἶδ', ἐρεῖ τε συγγόνῳ παρόντα σε.
Μενελέως
Θνῄσκοιμεν ἄν· λαθεῖν γὰρ οὐχ οἷόν τέ μοι.
Ἑλένη
[825] Ἴσως ἂν ἀναπείσαιμεν ἱκετεύοντέ νιν
Μενελέως
Τί χρῆμα δρᾶσαι; Τίν' ὑπάγεις μ' ἐς ἐλπίδα;
Ἑλένη
Παρόντα γαίᾳ μὴ φράσαι σε συγγόνῳ.
Μενελέως
Πείσαντε δ' ἐκ γῆς διορίσαιμεν ἂν πόδα;
Ἑλένη
Κοινῇ γ' ἐκείνῃ ῥᾳδίως, λάθρᾳ δ' ἂν οὔ.
Μενελέως
[830] Σὸν ἔργον, ὡς γυναικὶ πρόσφορον γυνή.
Ἑλένη
Ὡς οὐκ ἄχρωστα γόνατ' ἐμῶν ἕξει χερῶν.
Μενελέως
Φέρ', ἢν δὲ δὴ νῷν μὴ ἀποδέξηται λόγους;
Ἑλένη
Θανῇ· γαμοῦμαι δ' ἡ τάλαιν' ἐγὼ βίᾳ.
Μενελέως
Προδότις ἂν εἴης· τὴν βίαν σκήψασ' ἔχεις.
Ἑλένη
[835] Ἀλλ' ἁγνὸν ὅρκον σὸν κάρα κατώμοσα . . .
Μενελέως
Τί φῄς; Θανεῖσθαι; Κοὔποτ' ἀλλάξεις λέχη;
Ἑλένη
Ταὐτῷ ξίφει γε· κείσομαι δὲ σοῦ πέλας.
Μενελέως
Ἐπὶ τοῖσδε τοίνυν δεξιᾶς ἐμῆς θίγε.
Ἑλένη
Ψαύω, θανόντος σοῦ τόδ' ἐκλείψειν φάος.
Μενελέως
[840] Κἀγὼ στερηθεὶς σοῦ τελευτήσειν βίον.
Ἑλένη
Πῶς οὖν θανούμεθ' ὥστε καὶ δόξαν λαβεῖν;
Μενελέως
[842] Τύμβου 'πὶ νώτῳ σὲ κτανὼν ἐμὲ κτενῶ.
Πρῶτον δ' ἀγῶνα μέγαν ἀγωνιούμεθα
λέκτρων ὑπὲρ σῶν. Ὁ δὲ θέλων ἴτω πέλας·
[845] τὸ Τρωικὸν γὰρ οὐ καταισχυνῶ κλέος
οὐδ' Ἑλλάδ' ἐλθὼν λήψομαι πολὺν ψόγον,
ὅστις Θέτιν μὲν ἐστέρησ' Ἀχιλλέως,
Τελαμωνίου δ' Αἴαντος εἰσεῖδον σφαγάς,
τὸν Νηλέως τ' ἄπαιδα· διὰ δὲ τὴν ἐμὴν
[850] οὐκ ἀξιώσω κατθανεῖν δάμαρτ' ἐγώ;
Μάλιστά γε· εἰ γάρ εἰσιν οἱ θεοὶ σοφοί,
εὔψυχον ἄνδρα πολεμίων θανόνθ' ὕπο
κούφῃ καταμπίσχουσιν ἐν τύμβῳ χθονί,
κακοὺς δ' ἐφ' ἕρμα στερεὸν ἐκβάλλουσι γῆς.
Χορός
[855] Ὦ θεοί, γενέσθω δή ποτ' εὐτυχὲς γένος
τὸ Ταντάλειον καὶ μεταστήτω κακῶν.
Ἑλένη
Οἲ ἐγὼ τάλαινα· τῆς τύχης γὰρ ὧδ' ἔχω.
Μενέλαε, διαπεπράγμεθ'· ἐκβαίνει δόμων
ἡ θεσπιῳδὸς Θεονόη· κτυπεῖ δόμος
[860] κλῄθρων λυθέντων. Φεῦγ'· ἀτὰρ τί φευκτέον;
Ἀποῦσα γάρ σε καὶ παροῦσ' ἀφιγμένον
δεῦρ' οἶδεν· ὦ δύστηνος, ὡς ἀπωλόμην.
Τροίας δὲ σωθεὶς κἀπὸ βαρβάρου χθονὸς
ἐς βάρβαρ' ἐλθὼν φάσγαν' αὖθις ἐμπεσῇ.
Θεονόη
[865] Ἡγοῦ σύ μοι φέρουσα λαμπτήρων σέλας
θείου δε σεμνὸν θεσμὸν αἰθέρος μυχούς,
ὡς πνεῦμα καθαρὸν οὐρανοῦ δεξώμεθα·
σὺ δ' αὖ κέλευθον εἴ τις ἔβλαψεν ποδὶ
στείβων ἀνοσίῳ, δὸς καθαρσίῳ φλογί,
[870] κροῦσον δὲ πεύκην, ἵνα διεξέλθω, πυρός.
Νόμον δὲ τὸν ἐμὸν θεοῖσιν ἀποδοῦσαι πάρος
ἐφέστιον φλόγ' ἐς δόμους κομίζετε.
Ἑλένη, τί τἀμὰ πῶς ἔχει θεσπίσματα;
Ἥκει πόσις σοι Μενέλεως ὅδ' ἐμφανής,
[875] νεῶν στερηθεὶς τοῦ τε σοῦ μιμήματος.
Ὦ τλῆμον, οἵους διαφυγὼν ἦλθες πόνους,
οὐδ' οἶσθα νόστον οἴκαδ' εἴτ' αὐτοῦ μενεῖς·
ἔρις γὰρ ἐν θεοῖς σύλλογός τε σοῦ πέρι
ἔσται πάρεδρος Ζηνὶ τῷδ' ἐν ἤματι.
[880] Ἥρα μέν, ἥ σοι δυσμενὴς πάροιθεν ἦν,
νῦν ἐστιν εὔνους κἀς πάτραν σῷσαι θέλει
ξὺν τῇδ', ἵν' Ἑλλὰς τοὺς Ἀλεξάνδρου γάμους,
δώρημα Κύπριδος, ψευδονυμφεύτους μάθῃ·
Κύπρις δὲ νόστον σὸν διαφθεῖραι θέλει,
[885] ὡς μὴ 'ξελεγχθῇ μηδὲ πριαμένη φανῇ
τὸ κάλλος, Ἑλένης οὕνεκ', ἀνονήτοις γάμοις.
Τέλος δ' ἐφ' ἡμῖν, εἴθ', ἃ βούλεται Κύπρις,
λέξασ' ἀδελφῷ σ' ἐνθάδ' ὄντα διολέσω,
εἴτ' αὖ μεθ' Ἥρας στᾶσα σὸν σώσω βίον,
[890] κρύψασ' ὁμαίμον', ὅς με προστάσσει τάδε
εἰπεῖν, ὅταν γῆν τήνδε νοστήσας τύχῃς. . . .
Τίς εἶσ' ἀδελφῷ τόνδε σημανῶν ἐμῷ
παρόνθ', ὅπως ἂν τοὐμὸν ἀσφαλῶς ἔχῃ;
Ἑλένη
[894] Ὦ παρθέν', ἱκέτις ἀμφὶ σὸν πίτνω γόνυ
[895] καὶ προσκαθίζω θᾶκον οὐκ εὐδαίμονα
ὑπέρ τ' ἐμαυτῆς τοῦδέ θ', ὃν μόλις ποτὲ
λαβοῦσ' ἐπ' ἀκμῆς εἰμι κατθανόντ' ἰδεῖν·
μή μοι κατείπῃς σῷ κασιγνήτῳ πόσιν
τόνδ' εἰς ἐμὰς ἥκοντα φιλτάτας χέρας,
[900] σῷσον δέ, λίσσομαί σε· συγγόνῳ δὲ σῷ
τὴν εὐσέβειαν μὴ προδῷς τὴν σήν ποτε,
χάριτας πονηρὰς κἀδίκους ὠνουμένη.
Μισεῖ γὰρ ὁ θεὸς τὴν βίαν, τὰ κτητὰ δὲ
κτᾶσθαι κελεύει πάντας οὐκ ἐς ἁρπαγάς.
[905] Ἐατέος δ' ὁ πλοῦτος ἄδικός τις ὤν.
Κοινὸς γάρ ἐστιν οὐρανὸς πᾶσιν βροτοῖς
καὶ γαῖ', ἐν ᾗ χρὴ δώματ' ἀναπληρουμένους
τἀλλότρια μὴ σχεῖν μηδ' ἀφαιρεῖσθαι βίᾳ.
Ἡμᾶς δὲ καιρίως μέν, ἀθλίως δ' ἐμοί,
[910] Ἑρμῆς ἔδωκε πατρὶ σῷ σῴζειν πόσει
τῷδ' ὃς πάρεστι κἀπολάζυσθαι θέλει.
Πῶς οὖν θανὼν ἂν ἀπολάβοι; Κεῖνος δὲ πῶς
τὰ ζῶντα τοῖς θανοῦσιν ἀποδοίη ποτ' ἄν;
Ἤδη τὰ τοῦ θεοῦ καὶ τὰ τοῦ πατρὸς σκόπει·
[915] πότερον ὁ δαίμων χὡ θανὼν τὰ τῶν πέλας
βούλοιντ' ἂν ἢ οὐ βούλοιντ' ἂν ἀποδοῦναι πάλιν;
Δοκῶ μέν. Οὔκουν χρή σε συγγόνῳ πλέον
νέμειν ματαίῳ μᾶλλον ἢ χρηστῷ πατρί.
Εἰ δ' οὖσα μάντις καὶ τὰ θεῖ' ἡγουμένη
[920] τὸ μὲν δίκαιον τοῦ πατρὸς διαφθερεῖς,
τῷ δ' οὐ δικαίῳ συγγόνῳ σώσεις χάριν,
αἰσχρὸν τὰ μέν σε θεῖα πάντ' ἐξειδέναι,
τά τ' ὄντα καὶ μέλλοντα, τὰ δὲ δίκαια μή.
Τήν τ' ἀθλίαν ἔμ', οἷσιν ἔγκειμαι κακοῖς,
[925] ῥῦσαι, πάρεργον δοῦσα τοῦτο τῆς τύχης·
Ἑλένην γὰρ οὐδεὶς ὅστις οὐ στυγεῖ βροτῶν·
ἣ κλῄζομαι καθ' Ἑλλάδ' ὡς προδοῦσ' ἐμὸν
πόσιν Φρυγῶν ᾤκησα πολυχρύσους δόμους.
Ἢν δ' Ἑλλάδ' ἔλθω κἀπιβῶ Σπάρτης <πάλιν>,
[930] κλύοντες εἰσιδόντες ὡς τέχναις θεῶν
ὤλοντ', ἐγὼ δὲ προδότις οὐκ ἄρ' ἦ φίλων,
πάλιν μ' ἀνάξουσ' ἐς τὸ σῶφρον αὖθις αὖ,
ἑδνώσομαί τε θυγατέρ', ἣν οὐδεὶς γαμεῖ,
τὴν δ' ἐνθάδ' ἐκλιποῦσ' ἀλητείαν πικρὰν
[935] ὄντων ἐν οἴκοις χρημάτων ὀνήσομαι.
Κεἰ μὲν θανὼν ὅδ' ἐν πυρᾷ κατεσφάγη,
πρόσω σφ' ἀπόντα δακρύοις ἂν ἠγάπων·
νῦν δ' ὄντα καὶ σωθέντ' ἀφαιρεθήσομαι;
Μὴ δῆτα, παρθέν', ἀλλά σ' ἱκετεύω τόδε·
[940] δὸς τὴν χάριν μοι τήνδε καὶ μιμοῦ τρόπους
πατρὸς δικαίου· παισὶ γὰρ κλέος τόδε
κάλλιστον, ὅστις ἐκ πατρὸς χρηστοῦ γεγὼς
ἐς ταὐτὸν ἦλθε τοῖς τεκοῦσι τοὺς τρόπους.
Χορός
Οἰκτρὸν μὲν οἱ παρόντες ἐν μέσῳ λόγοι,
[945] οἰκτρὰ δὲ καὶ σύ. Τοὺς δὲ Μενέλεω ποθῶ
λόγους ἀκοῦσαι τίνας ἐρεῖ ψυχῆς πέρι.
Μενελέως
[947] Ἐγὼ σὸν οὔτ' ἂν προσπεσεῖν τλαίην γόνυ
οὔτ' ἂν δακρῦσαι βλέφαρα· τὴν Τροίαν γὰρ ἂν
δειλοὶ γενόμενοι πλεῖστον αἰσχύνοιμεν ἄν.
[950] Καίτοι λέγουσιν ὡς πρὸς ἀνδρὸς εὐγενοῦς
ἐν ξυμφοραῖσι δάκρυ' ἀπ' ὀφθαλμῶν βαλεῖν.
Ἀλλ' οὐχὶ τοῦτο τὸ καλόν, εἰ καλὸν τόδε,
αἱρήσομαι 'γὼ πρόσθε τῆς εὐψυχίας.
Ἀλλ', εἰ μὲν ἄνδρα σοι δοκεῖ σῷσαι ξένον
[955] ζητοῦντά γ' ὀρθῶς ἀπολαβεῖν δάμαρτ' ἐμήν,
ἀπόδος τε καὶ πρὸς σῷσον· εἰ δὲ μὴ δοκεῖ,
ἐγὼ μὲν οὐ νῦν πρῶτον ἀλλὰ πολλάκις
ἄθλιος ἂν εἴην, σὺ δὲ γυνὴ κακὴ φανῇ.
Ἃ δ' ἄξι' ἡμῶν καὶ δίκαι' ἡγούμεθα
[960] καὶ σῆς μάλιστα καρδίας ἀνθάψεται,
λέξω τάδ' ἀμφὶ μνῆμα σοῦ πατρὸς πόθῳ·
Ὦ γέρον, ὃς οἰκεῖς τόνδε λάινον τάφον,
ἀπόδος, ἀπαιτῶ τὴν ἐμὴν δάμαρτά σε,
ἣν Ζεὺς ἔπεμψε δεῦρό σοι σῴζειν ἐμοί.
[965] Οἶδ' οὕνεκ' ἡμῖν οὔποτ' ἀποδώσεις θανών·
ἀλλ' ἥδε πατέρα νέρθεν ἀνακαλούμενον
οὐκ ἀξιώσει τὸν πρὶν εὐκλεέστατον
κακῶς ἀκοῦσαι· κυρία γάρ ἐστι νῦν.
Ὦ νέρτερ' Ἅιδη, καὶ σὲ σύμμαχον καλῶ,
[970] ὃς πόλλ' ἐδέξω τῆσδ' ἕκατι σώματα
πεσόντα τὠμῷ φασγάνῳ, μισθὸν δ' ἔχεις·
ἢ νῦν ἐκείνους ἀπόδος ἐμψύχους πάλιν,
ἢ τήνδε πατρὸς εὐσεβοῦς ἀνάγκασον
κρείσσω φανεῖσαν τἀμά γ' ἀποδοῦναι λέχη.
[975] Εἰ δ' ἐμὲ γυναῖκα τὴν ἐμὴν συλήσετε,
ἅ σοι παρέλιπεν ἥδε τῶν λόγων, φράσω.
Ὅρκοις κεκλῄμεθ', ὡς μάθῃς, ὦ παρθένε,
πρῶτον μὲν ἐλθεῖν διὰ μάχης σῷ συγγόνῳ
κἀκεῖνον ἢ 'μὲ δεῖ θανεῖν· ἁπλοῦς λόγος.
[980] Ἢν δ' ἐς μὲν ἀλκὴν μὴ πόδ' ἀντιθῇ ποδί,
λιμῷ δὲ θηρᾷ τύμβον ἱκετεύοντε νώ,
κτανεῖν δέδοκται τήνδε μοι κἄπειτ' ἐμὸν
πρὸς ἧπαρ ὦσαι δίστομον ξίφος τόδε
τύμβου 'πὶ νώτοις τοῦδ', ἵν' αἵματος ῥοαὶ
[985] τάφου καταστάζωσι· κεισόμεσθα δὲ
νεκρὼ δύ' ἑξῆς τῷδ' ἐπὶ ξεστῷ τάφῳ,
ἀθάνατον ἄλγος σοί, ψόγος δὲ σῷ πατρί.
Οὐ γὰρ γαμεῖ τήνδ' οὔτε σύγγονος σέθεν
οὔτ' ἄλλος οὐδείς· ἀλλ' ἐγώ σφ' ἀπάξομαι,
[990] εἰ μὴ πρὸς οἴκους δυνάμεθ', ἀλλὰ πρὸς νεκρούς.
Τί ταῦτα; Δακρύοις ἐς τὸ θῆλυ τρεπόμενος
ἐλεινὸς ἦν ἂν μᾶλλον ἢ δραστήριος.
Κτεῖν', εἰ δοκεῖ σοι· δυσκλεᾶς γὰρ οὐ κτενεῖς·
μᾶλλόν γε μέντοι τοῖς ἐμοῖς πείθου λόγοις,
[995] ἵν' ᾖς δικαία καὶ δάμαρτ' ἐγὼ λάβω.
Χορός
[996] Ἐν σοὶ βραβεύειν, ὦ νεᾶνι, τοὺς λόγους·
οὕτω δὲ κρῖνον, ὡς ἅπασιν ἁνδάνῃς.
Θεονόη
Ἐγὼ πέφυκά τ' εὐσεβεῖν καὶ βούλομαι,
φιλῶ τ' ἐμαυτήν, καὶ κλέος τοὐμοῦ πατρὸς
[1000] οὐκ ἂν μιάναιμ', οὐδὲ συγγόνῳ χάριν
δοίην ἂν ἐξ ἧς δυσκλεὴς φανήσομαι.
Ἔνεστι δ' ἱερὸν τῆς δίκης ἐμοὶ μέγα
ἐν τῇ φύσει· καὶ τοῦτο Νηρέως πάρα
ἔχουσα σῴζειν, Μενέλεως, πειράσομαι.
[1005] Ἥρᾳ δ', ἐπείπερ βούλεταί σ' εὐεργετεῖν,
ἐς ταὐτὸν οἴσω ψῆφον· ἡ Κύπρις δ' ἐμοὶ
ἵλεως μὲν εἴη, ξυμβέβηκε δ' οὐδαμοῦ·
πειράσομαι δὲ παρθένος μένειν ἀεί.
Ἃ δ' ἀμφὶ τύμβῳ τῷδ' ὀνειδίζεις πατρί,
[1010] ἡμῖν ὅδ' αὑτὸς μῦθος. Ἀδικοίημεν ἄν,
εἰ μὴ ἀποδώσω· καὶ γὰρ ἂν κεῖνος βλέπων
ἀπέδωκεν ἂν σοὶ τήνδ' ἔχειν, ταύτῃ δὲ σέ.
Καὶ γὰρ τίσις τῶνδ' ἐστὶ τοῖς τε νερτέροις
καὶ τοῖς ἄνωθεν πᾶσιν ἀνθρώποις· ὁ νοῦς
[1015] τῶν κατθανόντων ζῇ μὲν οὔ, γνώμην δ' ἔχει
ἀθάνατον εἰς ἀθάνατον αἰθέρ' ἐμπεσών.
Ὡς οὖν παραινῶ μὴ μακράν, σιγήσομαι
ἅ μου καθικετεύσατ', οὐδὲ μωρίᾳ
ξύμβουλος ἔσομαι τῇ κασιγνήτου ποτέ.
[1020] Εὐεργετῶ γὰρ κεῖνον οὐ δοκοῦσ' ὅμως,
ἐκ δυσσεβείας ὅσιον εἰ τίθημί νιν.
Αὐτοὶ μὲν οὖν ὁδόν τιν' ἐξευρίσκετε,
ἐγὼ δ' ἀποστᾶσ' ἐκποδὼν σιγήσομαι.
Ἐκ τῶν θεῶν δ' ἄρχεσθε χἱκετεύετε
[1025] τὴν μέν σ' ἐᾶσαι πατρίδα νοστῆσαι Κύπριν,
Ἥρας δὲ τὴν ἔννοιαν ἐν ταὐτῷ μένειν
ἣν ἐς σὲ καὶ σὸν πόσιν ἔχει σωτηρίας.
Σὺ δ', ὦ θανών μοι πάτερ, ὅσον γ' ἐγὼ σθένω,
οὔποτε κεκλήσῃ δυσσεβὴς ἀντ' εὐσεβοῦς.
Χορός
[1030] Οὐδείς ποτ' εὐτύχησεν ἔκδικος γεγώς,
ἐν τῷ δικαίῳ δ' ἐλπίδες σωτηρίας.
Ἑλένη
Μενέλαε, πρὸς μὲν παρθένου σεσῴσμεθα·
τοὐνθένδε δὴ σὲ τοὺς λόγους φέροντα χρὴ
κοινὴν ξυνάπτειν μηχανὴν σωτηρίας.
Μενελέως
[1035] Ἄκουε δή νυν· χρόνιος εἶ κατὰ στέγας
καὶ συντέθραψαι προσπόλοισι βασιλέως.
Ἑλένη
Τί τοῦτ' ἔλεξας; Ἐσφέρεις γὰρ ἐλπίδας
ὡς δή τι δράσων χρηστὸν ἐς κοινόν γε νῷν.
Μενελέως
Πείσειας ἄν τιν' οἵτινες τετραζύγων
[1040] ὄχων ἀνάσσουσ', ὥστε νῷν δοῦναι δίφρους;
Ἑλένη
Πείσαιμ' <ἄν>· ἀλλὰ τίνα φυγὴν φευξούμεθα
πεδίων ἄπειροι βαρβάρου τ' ὄντες χθονός;
Μενελέως
Ἀδύνατον εἶπας. Φέρε, τί δ', εἰ κρυφθεὶς δόμοις
κτάνοιμ' ἄνακτα τῷδε διστόμῳ ξίφει;
Ἑλένη
[1045] Οὐκ ἄν σ' ἀνάσχοιτ' οὐδὲ σιγήσειεν ἂν
μέλλοντ' ἀδελφὴ σύγγονον κατακτενεῖν.
Μενελέως
Ἀλλ' οὐδὲ μὴν ναῦς ἔστιν ᾗ σωθεῖμεν ἂν
φεύγοντες· ἣν γὰρ εἴχομεν θάλασσ' ἔχει.
Ἑλένη
Ἄκουσον, ἤν τι καὶ γυνὴ λέξῃ σοφόν.
[1050] Βούλῃ λέγεσθαι, μὴ θανών, λόγῳ θανεῖν;
Μενελέως
Κακὸς μὲν ὄρνις· εἰ δὲ κερδανῶ, λέγειν
ἕτοιμός εἰμι μὴ θανὼν λόγῳ θανεῖν.
Ἑλένη
Καὶ μὴν γυναικείοις σ' ἂν οἰκτισαίμεθα
κουραῖσι καὶ θρήνοισι πρὸς τὸν ἀνόσιον.
Μενελέως
[1055] Σωτηρίας δὲ τοῦτ' ἔχει τί νῷν ἄκος;
Παλαιότης γὰρ τῷ λόγῳ γ' ἔνεστί τις.
Ἑλένη
Ὡς δὴ θανόντα σ' ἐνάλιον κενῷ τάφῳ
θάψαι τύραννον τῆσδε γῆς αἰτήσομαι.
Μενελέως
Καὶ δὴ παρεῖκεν· εἶτα πῶς ἄνευ νεὼς
[1060] σωθησόμεσθα κενοταφοῦντ' ἐμὸν δέμας;
Ἑλένη
Δοῦναι κελεύσω πορθμίδ', ᾗ καθήσομαι
κόσμον τάφῳ σῷ πελαγίους ἐς ἀγκάλας.
Μενελέως
Ὡς εὖ τόδ' εἶπας πλὴν ἕν· εἰ χέρσῳ ταφὰς
θεῖναι κελεύσει σ', οὐδὲν ἡ σκῆψις φέρει.
Ἑλένη
[1065] Ἀλλ' οὐ νομίζειν φήσομεν καθ' Ἑλλάδα
χέρσῳ καλύπτειν τοὺς θανόντας ἐναλίους.
Μενελέως
Τοῦτ' αὖ κατορθοῖς· εἶτ' ἐγὼ συμπλεύσομαι
καὶ συγκαθήσω κόσμον ἐν ταὐτῷ σκάφει.
Ἑλένη
Σὲ καὶ παρεῖναι δεῖ μάλιστα τούς τε σοὺς
[1070] πλωτῆρας οἵπερ ἔφυγον ἐκ ναυαγίας.
Μενελέως
Καὶ μὴν ἐάνπερ ναῦν ἐπ' ἀγκύρας λάβω,
ἀνὴρ παρ' ἄνδρα στήσεται ξιφηφόρος.
Ἑλένη
Σὲ χρὴ βραβεύειν πάντα· πόμπιμοι μόνον
λαίφει πνοαὶ γένοιντο καὶ νεὼς δρόμος.
Μενελέως
[1075] Ἔσται· πόνους γὰρ δαίμονες παύσουσί μου.
Ἀτὰρ θανόντα τοῦ μ' ἐρεῖς πεπυσμένη;
Ἑλένη
Σοῦ· καὶ μόνος γε φάσκε διαφυγεῖν μόρον
Ἀτρέως πλέων σὺν παιδὶ καὶ θανόνθ' ὁρᾶν.
Μενελέως
Καὶ μὴν τάδ' ἀμφίβληστρα σώματος ῥάκη
[1080] ξυμμαρτυρήσει ναυτικῶν ἐρειπίων.
Ἑλένη
Ἐς καιρὸν ἦλθε, τότε δ' ἄκαιρ' ἀπώλλυτο·
τὸ δ' ἄθλιον κεῖν' εὐτυχὲς τάχ' ἂν πέσοι.
Μενελέως
Πότερα δ' ἐς οἴκους σοὶ συνεισελθεῖν με χρὴ
ἢ πρὸς τάφῳ τῷδ' ἥσυχοι καθώμεθα;
Ἑλένη
[1085] Αὐτοῦ μέν'· ἢν γὰρ καί τι πλημμελές σε δρᾷ,
τάφος σ' ὅδ' ἂν ῥύσαιτο φάσγανόν τε σόν.
Ἐγὼ δ' ἐς οἴκους βᾶσα βοστρύχους τεμῶ
πέπλων τε λευκῶν μέλανας ἀνταλλάξομαι
παρῇδί τ' ὄνυχα φόνιον ἐμβαλῶ χροός.
[1090] Μέγας γὰρ ἁγών, καὶ βλέπω δύο ῥοπάς·
ἢ γὰρ θανεῖν δεῖ μ', ἢν ἁλῶ τεχνωμένη,
ἢ πατρίδα τ' ἐλθεῖν καὶ σὸν ἐκσῷσαι δέμας.
Ὦ πότνι' ἣ Δίοισιν ἐν λέκτροις πίτνεις
Ἥρα, δύ' οἰκτρὼ φῶτ' ἀνάψυξον πόνων,
[1095] αἰτούμεθ' ὀρθὰς ὠλένας πρὸς οὐρανὸν
ῥίπτονθ', ἵν' οἰκεῖς ἀστέρων ποικίλματα.
Σύ θ', ἣ 'πὶ τὠμῷ κάλλος ἐκτήσω γάμῳ,
κόρη Διώνης Κύπρι, μή μ' ἐξεργάσῃ.
Ἅλις δὲ λύμης ἥν μ' ἐλυμήνω πάρος
[1100] τοὔνομα παρασχοῦσ', οὐ τὸ σῶμ', ἐν βαρβάροις.
Θανεῖν δ' ἔασόν μ', εἰ κατακτεῖναι θέλεις,
ἐν γῇ πατρῴᾳ. Τί ποτ' ἄπληστος εἶ κακῶν,
ἔρωτας ἀπάτας δόλιά τ' ἐξευρήματα
ἀσκοῦσα φίλτρα θ' αἱματηρὰ δωμάτων;
[1105] Εἰ δ' ἦσθα μετρία, τἄλλα γ' ἡδίστη θεῶν
πέφυκας ἀνθρώποισιν· οὐκ ἄλλως λέγω.
Χορός
[1107] Σὲ τὰν ἐναύλοις ὑπὸ δενδροκόμοις
μουσεῖα καὶ θάκους ἐνί-
ζουσαν ἀναβοάσω,
σὲ τὰν ἀοιδοτάταν ὄρνιθα μελῳδὸν
[1110] ἀηδόνα δακρυόεσσαν,
ἔλθ' ὦ διὰ ξουθᾶν
γενύων ἐλελιζομένα
θρήνων ἐμοὶ ξυνεργός,
Ἑλένας μελέας πόνους
τὸν Ἰλιάδων τ' ἀει
[1115] δούσᾳ δακρυόεντα πότμον
Ἀχαιῶν ὑπὸ λόγχαις·
ὅτ' ἔδραμε ῥόθια πεδία βαρβάρῳ πλάτᾳ
ὅτ' ἔμολεν ἔμολε, μέλεα Πριαμίδαις ἄγων
Λακεδαίμονος ἄπο λέχεα
[1120] σέθεν, ὦ Ἑλένα, Πάρις αἰνόγαμος
πομπαῖσιν Ἀφροδίτας.
Πολλοὶ δ' Ἀχαιῶν δορὶ καὶ πετρίναις
ῥιπαῖσιν ἐκπνεύσαντες Ἅι-
δαν μέλεον ἔχουσιν,
ταλαινᾶν ἀλόχων κείραντες ἔθειραν·
[1125] ἄνυμφα δὲ μέλαθρα κεῖται·
πολλοὺς δὲ πυρσεύσας
φλογερὸν σέλας ἀμφιρύταν
Εὔβοιαν εἷλ' Ἀχαιῶν
μονόκωπος ἀνήρ, πέτραις
Καφηρίσιν ἐμβαλὼν
[1130] Αἰγαίαις τ' ἐνάλοις δόλιον
ἀκταῖς ἀστέρα λάμψας.
ἀλίμενα δ' ὄρεα Μάλεα χειμάτων πνοᾷ,
ὅτ' ἔσυτο πατρίδος ἀποπρό, βαρβάρου στολᾶς
γέρας, οὐ γέρας ἀλλ' ἔριν,
[1135] Δαναῶν Μενέλας ἐπὶ ναυσὶν ἄγων,
εἴδωλον ἱερὸν Ἥρας.
Ὅ τι θεὸς ἢ μὴ θεὸς ἢ τὸ μέσον,
τίς φησ' ἐρευνήσας βροτῶν
μακρότατον πέρας εὑρεῖν
[1140] ὃς τὰ θεῶν ἐσορᾷ
δεῦρο καὶ αὖθις ἐκεῖσε
καὶ πάλιν ἀντιλόγοις
πηδῶντ' ἀνελπίστοις τύχαις;
Σὺ Διὸς ἔφυς, ὦ Ἑλένα, θυγάτηρ·
[1145] πτανὸς γὰρ ἐν κόλποις σε Λή-
δας ἐτέκνωσε πατήρ.
κᾆτ' ἰαχήθης καθ' Ἑλλανίαν
προδότις ἄπιστος ἄδικος ἄθεος· οὐδ' ἔχω
τί τὸ σαφὲς ἔτι ποτ' ἐν βροτοῖς·
[1150] τὸ τῶν θεῶν <δ'> ἔπος ἀλαθὲς ηὗρον.
Ἄφρονες ὅσοι τὰς ἀρετὰς πολέμῳ
λόγχαισί τ' ἀλκαίου δορὸς
κτᾶσθε, πόνους ἀμαθῶς θνα-
τῶν καταπαυόμενοι·
[1155] εἰ γὰρ ἅμιλλα κρινεῖ νιν
αἵματος, οὔποτ' ἔρις
λείψει κατ' ἀνθρώπων πόλεις·
ᾇ Πριαμίδος γᾶς ἔλαχον θαλάμους,
ἐξὸν διορθῶσαι λόγοις
[1160] σὰν ἔριν, ὦ Ἑλένα.
νῦν δ' οἳ μὲν Ἅιδᾳ μέλονται κάτω,
τείχεα δὲ φλογμὸς ὥστε Διός ἐπέσυτο φλόξ,
ἐπὶ δὲ πάθεα πάθεσι φέρεις
ἀθλίοις συμφοραῖς αἰλίνοις.
Θεοκλύμενος
[1165] Ὦ χαῖρε, πατρὸς μνῆμ'· ἐπ' ἐξόδοισι γὰρ
ἔθαψα, Πρωτεῦ, σ' ἕνεκ' ἐμῆς προσρήσεως·
ἀεὶ δέ σ' ἐξιών τε κἀσιὼν δόμους
Θεοκλύμενος παῖς ὅδε προσεννέπει, πάτερ.
ὑμεῖς μὲν οὖν κύνας τε καὶ θηρῶν βρόχους,
[1170] δμῶες, κομίζετ' ἐς δόμους τυραννικούς·
ἐγὼ δ' ἐμαυτὸν πόλλ' ἐλοιδόρησα δή·
οὐ γάρ τι θανάτῳ τοὺς κακοὺς κολάζομεν;
Καὶ νῦν πέπυσμαι φανερὸν Ἑλλήνων τινὰ
ἐς γῆν ἀφῖχθαι καὶ λεληθέναι σκοπούς,
[1175] ἤτοι κατόπτην ἢ κλοπαῖς θηρώμενον
Ἑλένην· θανεῖται δ', ἤν γε δὴ ληφθῇ μόνον.
Ἔα·
ἀλλ', ὡς ἔοικε, πάντα διαπεπραγμένα
ηὕρηκα· τύμβου γὰρ κενὰς λιποῦσ' ἕδρας
ἡ Τυνδαρὶς παῖς ἐκπεπόρθμευται χθονός.
[1180] Ὠή, χαλᾶτε κλῇθρα· λύεθ' ἱππικὰ
φάτνης, ὀπαδοί, κἀκκομίζεθ' ἅρματα,
ὡς ἂν πόνου γ' ἕκατι μὴ λάθῃ με γῆς
τῆσδ' ἐκκομισθεῖσ' ἄλοχος, ἧς ἐφίεμαι.
Ἐπίσχετ'· εἰσορῶ γὰρ οὓς διώκομεν
[1185] παρόντας ἐν δόμοισι κοὐ πεφευγότας.
Αὕτη, τί πέπλους μέλανας ἐξήψω χροὸς
λευκῶν ἀμείψασ' ἔκ τε κρατὸς εὐγενοῦς
κόμας σίδηρον ἐμβαλοῦσ' ἀπέθρισας
χλωροῖς τε τέγγεις δάκρυσι σὴν παρηίδα
[1190] κλαίουσα; Πότερον ἐννύχοις πεπεισμένη
στένεις ὀνείροις, ἢ φάτιν τιν' οἴκοθεν
κλύουσα λύπῃ σὰς διέφθαρσαι φρένας;
Ἑλένη
Ὦ δέσποτ' ἤδη γὰρ τόδ' ὀνομάζω σ' ἔπος
ὄλωλα· φροῦδα τἀμὰ κοὐδέν εἰμ' ἔτι.
Θεοκλύμενος
[1195] Ἐν τῷ δὲ κεῖσαι συμφορᾶς; Τίς ἡ τύχη;
Ἑλένη
Μενέλαος οἴμοι, πῶς φράσω; Τέθνηκέ μοι.
Θεοκλύμενος
Οὐδέν τι χαίρω σοῖς λόγοις, τὰ δ' εὐτυχῶ.
Πῶς <δ'> οἶσθα; Μῶν σοι Θεονόη λέγει τάδε;
Ἑλένη
Κείνη τε φησὶν ὅ τε παρὼν ὅτ' ὤλλυτο.
Θεοκλύμενος
[1200] Ἥκει γὰρ ὅστις καὶ τάδ' ἀγγέλλει σαφῆ;
Ἑλένη
Ἥκει· μόλοι γὰρ οἷ σφ' ἐγὼ χρῄζω μολεῖν.
Θεοκλύμενος
Τίς ἐστι; Ποῦ 'στιν; Ἵνα σαφέστερον μάθω.
Ἑλένη
Ὅδ' ὃς κάθηται τῷδ' ὑποπτήξας τάφῳ.
Θεοκλύμενος
Ἄπολλον, ὡς ἐσθῆτι δυσμόρφῳ πρέπει.
Ἑλένη
[1205] Οἴμοι, δοκῶ μὲν κἀμὸν ὧδ' ἔχειν πόσιν.
Θεοκλύμενος
ποδαπὸς δ' ὅδ' ἁνὴρ καὶ πόθεν κατέσχε γῆν;
Ἑλένη
Ἕλλην, Ἀχαιῶν εἷς ἐμῷ σύμπλους πόσει.
Θεοκλύμενος
Θανάτῳ δὲ ποίῳ φησὶ Μενέλεων θανεῖν;
Ἑλένη
Οἰκτρόταθ', ὑγροῖσιν ἐν κλυδωνίοις ἁλός.
Θεοκλύμενος
[1210] Ποῦ βαρβάροισι πελάγεσιν ναυσθλούμενον;
Ἑλένη
Λιβύης ἀλιμένοις ἐκπεσόντα πρὸς πέτραις.
Θεοκλύμενος
Καὶ πῶς ὅδ' οὐκ ὄλωλε κοινωνῶν πλάτης;
Ἑλένη
Ἐσθλῶν κακίους ἐνίοτ' εὐτυχέστεροι.
Θεοκλύμενος
Λιπὼν δὲ ναὸς ποῦ πάρεστιν ἔκβολα;
Ἑλένη
[1215] Ὅπου κακῶς ὄλοιτο, Μενέλεως δὲ μή.
Θεοκλύμενος
Ὄλωλ' ἐκεῖνος. Ἦλθε δ' ἐν ποίῳ σκάφει;
Ἑλένη
ναῦταί σφ' ἀνείλοντ' ἐντυχόντες, ὡς λέγει.
Θεοκλύμενος
Ποῦ δὴ τὸ πεμφθὲν ἀντὶ σοῦ Τροίᾳ κακόν;
Ἑλένη
Νεφέλης λέγεις ἄγαλμα; Ἐς αἰθέρ' οἴχεται.
Θεοκλύμενος
[1220] Ὦ Πρίαμε καὶ γῆ Τρῳάς, <ὡς> ἔρρεις μάτην.
Ἑλένη
Κἀγὼ μετέσχον Πριαμίδαις δυσπραξίας.
Θεοκλύμενος
Πόσιν δ' ἄθαπτον ἔλιπεν ἢ κρύπτει χθονί;
Ἑλένη
Ἄθαπτον· οἲ ἐγὼ τῶν ἐμῶν τλήμων κακῶν.
Θεοκλύμενος
Τῶνδ' οὕνεκ' ἔταμες βοστρύχους ξανθῆς κόμης·
Ἑλένη
[1225] Φίλος γάρ ἐστιν, ὅς ποτ' ἐστίν, ἐνθάδ' ὤν.
Θεοκλύμενος
Ὀρθῶς μὲν ἥδε συμφορὰ δακρύεται
Ἑλένη
Ἐν εὐμαρεῖ γοῦν σὴν κασιγνήτην λαθεῖν.
Θεοκλύμενος
Οὐ δῆτα. Πῶς οὖν; Τόνδ' ἔτ' οἰκήσεις τάφον;
Ἑλένη
Τί κερτομεῖς με, τὸν θανόντα δ' οὐκ ἐᾷς;
Θεοκλύμενος
[1230] Πιστὴ γὰρ εἶ σὺ σῷ πόσει φεύγουσά με.
Ἑλένη
Ἀλλ' οὐκέτ'· ἤδη δ' ἄρχε τῶν ἐμῶν γάμων.
Θεοκλύμενος
Χρόνια μὲν ἦλθεν, ἀλλ' ὅμως αἰνῶ τάδε.
Ἑλένη
Οἶσθ' οὖν ὃ δρᾶσον; Τῶν πάρος λαθώμεθα.
Θεοκλύμενος
Ἐπὶ τῷ; Χάρις γὰρ ἀντὶ χάριτος ἐλθέτω.
Ἑλένη
[1235] Σπονδὰς τέμωμεν καὶ διαλλάχθητί μοι.
Θεοκλύμενος
Μεθίημι νεῖκος τὸ σόν, ἴτω δ' ὑπόπτερον.
Ἑλένη
Πρός νύν σε γονάτων τῶνδ', ἐπείπερ εἶ φίλος
Θεοκλύμενος
Τί χρῆμα θηρῶσ' ἱκέτις ὠρέχθης ἐμοῦ;
Ἑλένη
Τὸν κατθανόντα πόσιν ἐμὸν θάψαι θέλω.
Θεοκλύμενος
[1240] Τί δ'; Ἔστ' ἀπόντων τύμβος; Ἢ θάψεις σκιάν;
Ἑλένη
Ἕλλησίν ἐστι νόμος, ὃς ἂν πόντῳ θάνῃ
Θεοκλύμενος
Τί δρᾶν; Σοφοί τοι Πελοπίδαι τὰ τοιάδε.
Ἑλένη
Κενοῖσι θάπτειν ἐν πέπλων ὑφάσμασιν.
Θεοκλύμενος
Κτέριζ'· ἀνίστη τύμβον οὗ χρῄζεις χθονός.
Ἑλένη
[1245] Οὐχ ὧδε ναύτας ὀλομένους τυμβεύομεν.
Θεοκλύμενος
Πῶς δαί; Λέλειμμαι τῶν ἐν Ἕλλησιν νόμων.
Ἑλένη
Ἐς πόντον ὅσα χρὴ νέκυσιν ἐξορμίζομεν.
Θεοκλύμενος
Τί σοι παράσχω δῆτα τῷ τεθνηκότι;
Ἑλένη
Ὅδ' οἶδ', ἐγὼ δ' ἄπειρος, εὐτυχοῦσα πρίν.
Θεοκλύμενος
[1250] Ὦ ξένε, λόγων μὲν κληδόν' ἤνεγκας φίλην.
Μενελέως
Οὔκουν ἐμαυτῷ γ' οὐδὲ τῷ τεθνηκότι.
Θεοκλύμενος
Πῶς τοὺς θανόντας θάπτετ' ἐν πόντῳ νεκρούς;
Μενελέως
Ὡς ἂν παρούσης οὐσίας ἕκαστος ᾖ.
Θεοκλύμενος
Πλούτου λέγ' οὕνεχ' ὅ τι θέλεις ταύτης χάριν.
Μενελέως
[1255] Προσφάζεται μὲν αἷμα πρῶτα νερτέροις.
Θεοκλύμενος
Τίνος; Σύ μοι σήμαινε, πείσομαι δ' ἐγώ.
Μενελέως
Αὐτὸς σὺ γίγνωσκ'· ἀρκέσει γὰρ ἃν διδῷς.
Θεοκλύμενος
Ἐν βαρβάροις μὲν ἵππον ἢ ταῦρον νόμος.
Μενελέως
Διδούς γε μὲν δὴ δυσγενὲς μηδὲν δίδου.
Θεοκλύμενος
[1260] Οὐ τῶνδ' ἐν ἀγέλαις ὀλβίαις σπανίζομεν.
Μενελέως
Καὶ στρωτὰ φέρεται λέκτρα σώματος κενά.
Θεοκλύμενος
Ἔσται· τί δ' ἄλλο προσφέρειν νομίζεται;
Μενελέως
Χαλκήλαθ' ὅπλα· καὶ γὰρ ἦν φίλος δορί.
Θεοκλύμενος
Ἄξια τάδ' ἔσται Πελοπιδῶν ἃ δώσομεν.
Μενελέως
[1265] Καὶ τἄλλ' ὅσα χθὼν καλὰ φέρει βλαστήματα.
Θεοκλύμενος
Πῶς οὖν; Ἐς οἶδμα τίνι τρόπῳ καθίετε;
Μενελέως
Ναῦν δεῖ παρεῖναι κἀρετμῶν ἐπιστάτας.
Θεοκλύμενος
Πόσον δ' ἀπείργει μῆκος ἐκ γαίας δόρυ;
Μενελέως
Ὥστ' ἐξορᾶσθαι ῥόθια χερσόθεν μόλις.
Θεοκλύμενος
[1270] Τί δή; Τόδ' Ἑλλὰς νόμιμον ἐκ τίνος σέβει;
Μενελέως
Ὡς μὴ πάλιν γῇ λύματ' ἐκβάλῃ κλύδων.
Θεοκλύμενος
Φοίνισσα κώπη ταχύπορος γενήσεται.
Μενελέως
Καλῶς ἂν εἴη Μενέλεῴ τε πρὸς χάριν.
Θεοκλύμενος
Οὔκουν σὺ χωρὶς τῆσδε δρῶν ἀρκεῖς τάδε;
Μενελέως
[1275] Μητρὸς τόδ' ἔργον ἢ γυναικὸς ἢ τέκνων.
Θεοκλύμενος
Ταύτης ὁ μόχθος, ὡς λέγεις, θάπτειν πόσιν.
Μενελέως
Ἐν εὐσεβεῖ γοῦν νόμιμα μὴ κλέπτειν νεκρῶν.
Θεοκλύμενος
[1278] Ἴτω· πρὸς ἡμῶν ἄλοχον εὐσεβῆ τρέφειν.
Ἐλθὼν δ' ἐς οἴκους ἐξελοῦ κόσμον νεκρῷ·
[1280] καὶ σὲ οὐ κεναῖσι χερσὶ γῆς ἀποστελῶ,
δράσαντα τῇδε πρὸς χάριν· φήμας δ' ἐμοὶ
ἐσθλὰς ἐνεγκὼν ἀντὶ τῆς ἀχλαινίας
ἐσθῆτα λήψῃ σῖτά θ', ὥστε σ' ἐς πάτραν
ἐλθεῖν, ἐπεὶ νῦν γ' ἀθλίως ἔχονθ' ὁρῶ.
[1285] Σὺ δ', ὦ τάλαινα, μὴ 'πὶ τοῖς ἀνηνύτοις
τρύχουσα σαυτήν Μενέλεως δ' ἔχει πότμον,
κοὐκ ἂν δύναιτο ζῆν ὁ κατθανὼν πόσις.
Μενελέως
Σὸν ἔργον, ὦ νεᾶνι· τὸν παρόντα μὲν
στέργειν πόσιν χρή, τὸν δὲ μηκέτ' ὄντ' ἐᾶν·
[1290] ἄριστα γάρ σοι ταῦτα πρὸς τὸ τυγχάνον.
Ἢν δ' Ἑλλάδ' ἔλθω καὶ τύχω σωτηρίας,
[1293] παύσω ψόγου σε τοῦ πρίν, ἢν γυνὴ γένῃ
[1292] οἵαν γενέσθαι χρή σε σῷ ξυνευνέτῃ.
Ἑλένη
[1294] Ἔσται τάδ'· οὐδὲ μέμψεται πόσις ποτὲ
[1295] ἡμῖν· σὺ δ' αὐτὸς ἐγγὺς ὢν εἴσῃ τάδε.
Ἀλλ', ὦ τάλας, εἴσελθε καὶ λουτρῶν τύχε
ἐσθῆτά τ' ἐξάλλαξον. Οὐκ ἐς ἀμβολὰς
εὐεργετήσω σ'· εὐμενέστερον γὰρ ἂν
τῷ φιλτάτῳ μοι Μενέλεῳ τὰ πρόσφορα
[1300] δρῴης ἄν, ἡμῶν τυγχάνων οἵων σε χρή.
Χορός
[1301] Ὀρεία ποτὲ δρομάδι κώ-
λῳ μάτηρ θεῶν ἐσύθη ἀν'
ὑλάεντα νάπη
ποτάμιόν τε χεῦμ' ὑδάτων
[1305] βαρύβρομόν τε κῦμ' ἅλιον
πόθῳ τᾶς ἀποιχομένας
ἀρρήτου κούρας.
Κρόταλα δὲ βρόμια διαπρύσιον
ἱέντα κέλαδον ἀνεβόα,
[1310] θηρῶν ὅτε ζυγίους
ζευξάσᾳ θεᾷ σατίνας
τὰν ἁρπασθεῖσαν κυκλίων
χορῶν ἔξω παρθενίων
μετὰ κούραν, ἀελλόποδες,
[1315] ἃ μὲν τόξοις Ἄρτεμις, ἃ δ'
ἔγχει Γοργῶπις πάνοπλος,
<συνείποντο. Ζεὺς δ' ἑδράνων>
αὐγάζων ἐξ οὐρανίων
[1318β] ἄλλαν μοῖραν ἔκραινε.
Δρομαῖον δ' ὅτε πολυπλάνη-
[1320] τον μάτηρ ἔπαυσε πόνον,
μαστεύουσα πόνους
θυγατρὸς ἁρπαγὰς δολίους,
χιονοθρέμμονάς γ' ἐπέρασ'
Ἰδαιᾶν Νυμφᾶν σκοπιάς·
[1325] ῥίπτει δ' ἐν πένθει
πέτρινα κατὰ δρία πολυνιφέα·
βροτοῖσι δ' ἄχλοα πεδία γᾶς
οὐ καρπίζουσ' ἀρότοις
λαῶν δὲ φθείρει γενεάν·
[1330] ποίμναις δ' οὐχ ἵει θαλερὰς
βοσκὰς εὐφύλλων ἑλίκων,
πόλεων δ' ἀπέλειπε βίος·
οὐδ' ἦσαν θεῶν θυσίαι,
βωμοῖς δ' ἄφλεκτοι πέλανοι·
[1335] πηγὰς δ' ἀμπαύει δροσερὰς
λευκῶν ἐκβάλλειν ὑδάτων
πένθει παιδὸς ἀλάστωρ.
Ἐπεὶ δ' ἔπαυσ' εἰλαπίνας
θεοῖς βροτείῳ τε γένει,
Ζεὺς μειλίσσων στυγίους
[1340] Ματρὸς ὀργὰς ἐνέπει·
Βᾶτε, σεμναὶ Χάριτες,
ἴτε, τᾷ περὶ παρθένῳ
Δηοῖ θυμωσαμένᾳ
λύπαν ἐξαλλάξατ' ἀλαλᾷ,
[1345] Μοῦσαί θ' ὕμνοισι χορῶν.
Χαλκοῦ δ' αὐδὰν χθονίαν
τύπανά τ' ἔλαβε βυρσοτενῆ
καλλίστα τότε πρῶτα μακά
ρων Κύπρις· γέλασέν τε θεὰ
[1350] δέξατό τ' ἐς χέρας
βαρύβρομον αὐλὸν
τερφθεῖσ' ἀλαλαγμῷ.
Ὧν οὐ θέμις <σ'> οὔθ' ὁσία
'πύρωσας ἐν <θεῶν> θαλάμοις,
[1355] μῆνιν δ' ἔσχες μεγάλας
ματρός, ὦ παῖ, θυσίας
οὐ σεβίζουσα θεᾶς.
Μέγα τοι δύναται νεβρῶν
παμποίκιλοι στολίδες
[1360] κισσοῦ τε στεφθεῖσα χλόα
νάρθηκας εἰς ἱερούς,
ῥόμβου θ' εἱλισσομένα
κύκλιος ἔνοσις αἰθερία,
βακχεύουσά τ' ἔθειρα Βρομί
[1365] ῳ καὶ παννυχίδες θεᾶς.
Εὖ δέ νιν ἄμασιν
ὑπέρβαλε σελάνα
μορφᾷ μόνον ηὔχεις.
Ἑλένη
[1369] Τὰ μὲν κατ' οἴκους εὐτυχοῦμεν, ὦ φίλαι·
[1370] ἡ γὰρ συνεκκλέπτουσα Πρωτέως κόρη
πόσιν παρόντα τὸν ἐμὸν ἱστορουμένη
οὐκ εἶπ' ἀδελφῷ· κατθανόντα δ' ἐν χθονὶ
οὔ φησιν αὐγὰς εἰσορᾶν ἐμὴν χάριν.
< [γαπ ιν τεχτ· ] >
Κάλλιστα δῆτ' ἀνήρπασ' ἐν τύχῃ πόσις·
[1375] ἃ γὰρ καθήσειν ὅπλ' ἔμελλεν εἰς ἅλα,
ταῦτ' ἐμβαλὼν πόρπακι γενναίαν χέρα
αὐτὸς κομίζει δόρυ τε δεξιᾷ λαβών,
ὡς τῷ θανόντι χάριτα δὴ συνεκπονῶν.
Προύργου δ' ἐς ἀλκὴν σῶμ' ὅπλοις ἠσκήσατο,
[1380] ὡς βαρβάρων τρόπαια μυρίων χερὶ
θήσων, ὅταν κωπῆρες ἐσβῶμεν σκάφος,
πέπλους δ' ἀμείψασ' ἀντὶ ναυφθόρου στολῆς
ἐγώ νιν ἐξήσκησα, καὶ λουτροῖς χρόα
ἔδωκα, χρόνια νίπτρα ποταμίας δρόσου.
[1385] Ἀλλ', ἐκπερᾷ γὰρ δωμάτων ὁ τοὺς ἐμοὺς
γάμους ἑτοίμους ἐν χεροῖν ἔχειν δοκῶν,
σιγητέον μοι· καὶ σὲ προσποιούμεθα
εὔνουν κρατεῖν τε στόματος, ἢν δυνώμεθα
σωθέντες αὐτοὶ καὶ σὲ συνσῶσαί ποτε.
Θεοκλύμενος
[1390] Χωρεῖτ' ἐφεξῆς, ὡς ἔταξεν ὁ ξένος,
δμῶες, φέροντες ἐνάλια κτερίσματα.
Ἑλένη, σὺ δ', ἤν σοι μὴ κακῶς δόξω λέγειν,
πείθου, μέν' αὐτοῦ· ταὐτὰ γὰρ παροῦσά τε
πράξεις τὸν ἄνδρα τὸν σὸν ἤν τε μὴ παρῇς.
[1395] Δέδοικα γάρ σε μή τις ἐμπεσὼν πόθος
πείσῃ μεθεῖναι σῶμ' ἐς οἶδμα πόντιον
τοῦ πρόσθεν ἀνδρὸς χάρισιν ἐκπεπληγμένην·
ἄγαν γὰρ αὐτὸν οὐ παρόνθ' ὅμως στένεις.
Ἑλένη
[1399] Ὦ καινὸς ἡμῖν πόσις, ἀναγκαίως ἔχει
[1400] τὰ πρῶτα λέκτρα νυμφικάς θ' ὁμιλίας
τιμᾶν· ἐγὼ δὲ διὰ τὸ μὲν στέργειν πόσιν
καὶ ξυνθάνοιμ' ἄν· ἀλλὰ τίς κείνῳ χάρις
ξὺν κατθανόντι κατθανεῖν; Ἔα δέ με
αὐτὴν μολοῦσαν ἐντάφια δοῦναι νεκρῷ.
[1405] Θεοὶ δὲ σοί τε δοῖεν οἷ' ἐγὼ θέλω,
καὶ τῷ ξένῳ τῷδ', ὅτι συνεκπονεῖ τάδε.
Ἕξεις δέ μ' οἵαν χρή σ' ἔχειν ἐν δώμασι
γυναῖκ', ἐπειδὴ Μενέλεων εὐεργετεῖς
κἄμ'· ἔρχεται γὰρ δή τιν' ἐς τύχην τάδε.
[1410] Ὅστις δὲ δώσει ναῦν ἐν ᾗ τάδ' ἄξομεν,
πρόσταξον, ὡς ἂν τὴν χάριν πλήρη λάβω.
Θεοκλύμενος
Χώρει σὺ καὶ ναῦν τοῖσδε πεντηκόντορον
Σιδωνίαν δὸς κἀρετμῶν ἐπιστάτας.
Ἑλένη
Οὔκουν ὅδ' ἄρξει ναὸς ὃς κοσμεῖ τάφον;
Θεοκλύμενος
[1415] Μάλιστ'· ἀκούειν τοῦδε χρὴ ναύτας ἐμούς.
Ἑλένη
Αὖθις κέλευσον, ἵνα σαφῶς μάθωσί σου.
Θεοκλύμενος
Αὖθις κελεύω καὶ τρίτον γ', εἴ σοι φίλον.
Ἑλένη
Ὄναιο· κἀγὼ τῶν ἐμῶν βουλευμάτων.
Θεοκλύμενος
Μή νυν ἄγαν σὸν δάκρυσιν ἐκτήξῃς χρόα.
Ἑλένη
[1420] Ἥδ' ἡμέρα σοι τὴν ἐμὴν δείξει χάριν.
Θεοκλύμενος
Τὰ τῶν θανόντων οὐδέν, ἀλλ' ἄλλως πόνος.
Ἑλένη
Ἔστιν τι κἀκεῖ κἀνθάδ' ὧν ἐγὼ λέγω.
Θεοκλύμενος
Οὐδὲν κακίω Μενέλεώ μ' ἕξεις πόσιν.
Ἑλένη
Οὐδὲν σὺ μεμπτός· τῆς τύχης με δεῖ μόνον.
Θεοκλύμενος
[1425] Ἐν σοὶ τόδ', ἢν σὴν εἰς ἔμ' εὔνοιαν διδῷς.
Ἑλένη
Οὐ νῦν διδαξόμεσθα τοὺς φίλους φιλεῖν.
Θεοκλύμενος
Βούλῃ ξυνεργῶν αὐτὸς ἐκπέμψω στόλον;
Ἑλένη
Ἥκιστα· μὴ δούλευε σοῖς δούλοις, ἄναξ.
Θεοκλύμενος
[1429] Ἀλλ' εἶα· τοὺς μὲν Πελοπιδῶν ἐῶ νόμους·
[1430] καθαρὰ γὰρ ἡμῖν δώματ'· οὐ γὰρ ἐνθάδε
ψυχὴν ἀφῆκε Μενέλεως· ἴτω δέ τις
φράσων ὑπάρχοις τοῖς ἐμοῖς φέρειν γάμων
ἀγάλματ' οἴκους εἰς ἐμούς· πᾶσαν δὲ χρὴ
γαῖαν βοᾶσθαι μακαρίαις ὑμνῳδίαις
[1435] ὑμέναιον Ἑλένης κἀμόν, ὡς ζηλωτὸς ᾖ.
Σὺ δ', ὦ ξέν', ἐλθών, πελαγίους ἐς ἀγκάλας
τῷ τῆσδε πρίν ποτ' ὄντι δοὺς πόσει τάδε,
πάλιν πρὸς οἴκους σπεῦδ' ἐμὴν δάμαρτ' ἔχων,
ὡς τοὺς γάμους τοὺς τῆσδε συνδαίσας ἐμοὶ
[1440] στέλλῃ πρὸς οἴκους ἢ μένων εὐδαιμονῇς.
Μενελέως
Ὦ Ζεῦ, πατήρ τε καὶ σοφὸς κλῄζῃ θεός,
βλέψον πρὸς ἡμᾶς καὶ μετάστησον κακῶν.
Ἕλκουσι δ' ἡμῖν πρὸς λέπας τὰς συμφορὰς
σπουδῇ σύναψαι· κἂν ἄκρᾳ θίγῃς χερί,
[1445] ἥξομεν ἵν' ἐλθεῖν βουλόμεσθα τῆς τύχης.
Ἅλις δὲ μόχθων οὓς ἐμοχθοῦμεν πάρος.
Κέκλησθέ μοι, θεοί, πολλά χρήσθ' ἐμοῦ κλύειν
καὶ λύπρ'· ὀφείλω δ' οὐκ ἀεὶ πράσσειν κακῶς,
ὀρθῷ δὲ βῆναι ποδί· μίαν δέ μοι χάριν
[1450] δόντες τὸ λοιπὸν εὐτυχῆ με θήσετε.
Χορός
[1451] Φοίνισσα Σιδωνιὰς ὦ
ταχεῖα κώπα, ῥοθίοισι μάτηρ
εἰρεσίας φίλα,
χοραγὲ τῶν καλλιχόρων
[1455] δελφίνων, ὅταν αὔραις
πέλαγος ἀνήνεμον ᾖ,
γλαυκὰ δὲ Πόντου θυγάτηρ
Γαλάνεια τάδ' εἴπῃ·
Κατὰ μὲν ἱστία πετάσατ' αὔ-
[1460] ραις λιπόντες εἰναλίαις,
λάβετε δ' εἰλατίνας πλάτας,
ὦ ναῦται, ναῦται,
πέμποντες εὐλιμένους
Περσείων οἴκων Ἑλέναν ἐπ' ἀκτάς.
[1465] Ἦ που κόρας ἂν ποταμοῦ
παρ' οἶδμα Λευκιππίδας ἢ πρὸ ναοῦ
Παλλάδος ἂν λάβοις
χρόνῳ ξυνελθοῦσα χοροῖς
ἢ κώμοις Ὑακίνθου
[1470] νύχιον ἐς εὐφροσύναν,
ὃν ἐξαμιλλησάμενος
τροχῷ τέρμονα δίσκου
ἔκανε Φοῖβος, τᾷ Λακαί-
νᾳ γᾷ βούθυτον ἁμέραν·
[1475] ὁ Διὸς δ' εἶπε σέβειν γόνος·
μόσχον θ', ἃν οἴκοις
[1476β] <ἔλειπες, Ἑρμιόναν,>
ἇς οὔπω πεῦκαι πρὸ γάμων ἔλαμψαν.
Δι' ἀέρος εἴθε ποτανοὶ
γενοίμεσθ' ᾇ Λιβύας
[1480] οἰωνοὶ στοχάδες
ὄμβρον λιποῦσαι χειμέριον
νίσονται πρεσβυτάτᾳ
σύριγγι πειθόμεναι
[1485] ποιμένος, ὃς ἄβροχα πεδία καρποφόρα τε γᾶς
ἐπιπετόμενος ἰαχεῖ.
Ὦ πταναὶ δολιχαύχενες,
σύννομοι νεφέων δρόμου,
βᾶτε Πλειάδας ὑπὸ μέσας
[1490] Ὠρίωνά τ' ἐννύχιον·
καρύξατ' ἀγγελίαν,
Εὐρώταν ἐφεζόμεναι,
Μενέλεως ὅτι Δαρδάνου
πόλιν ἑλὼν δόμον ἥξει.
[1495] Μόλοιτέ ποθ' ἵππιον οἶμον
δι' αἰθέρος ἱέμενοι
παῖδες Τυνδαρίδαι,
λαμπρῶν ἄστρων ὑπ' ἀέλλαισιν·
οἳ ναίετ' οὐράνιοι,
[1500] σωτῆρες τᾶς Ἑλένας,
γλαυκὸν ἔπιτ' οἶδμα κυανόχροά τε κυμάτων
ῥόθια πολιὰ θαλάσσας,
ναύταις εὐαεῖς ἀνέμων
[1505] πέμποντες Διόθεν πνοάς·
δύσκλειαν δ' ἀπὸ συγγόνου
βάλετε βαρβάρων λεχέων,
ἃν Ἰδαίων ἐρίδων
ποιναθεῖσ' ἐκτήσατο, γᾶν
[1510] οὐκ ἐλθοῦσά <ποτ'> Ἰλίου
Φοιβείους ἐπὶ πύργους.
Ἄγγελος
[1512] Ἄναξ, τὰ κάκιστ' ἐν δόμοις εὑρήκαμεν·
ὡς καίν' ἀκούσῃ πήματ' ἐξ ἐμοῦ τάχα.
Θεοκλύμενος
Τί δ' ἔστιν;
Ἄγγελος
Ἄλλης ἐκπόνει μνηστεύματα
[1515] γυναικός· Ἑλένη γὰρ βέβηκ' ἔξω χθονός.
Θεοκλύμενος
Πτεροῖσιν ἀρθεῖσ' ἢ πεδοστιβεῖ ποδί;
Ἄγγελος
Μενέλαος αὐτὴν ἐκπεπόρθμευται χθονός,
ὃς αὐτὸς αὑτὸν ἦλθεν ἀγγέλλων θανεῖν.
Θεοκλύμενος
Ὦ δεινὰ λέξας· τίς δέ νιν ναυκληρία
[1520] ἐκ τῆσδ' ἀπῆρε χθονός; Ἄπιστα γὰρ λέγεις.
Ἄγγελος
Ἥν γε ξένῳ δίδως σύ· τούς τε σοὺς ἔχων
ναύτας βέβηκεν, ὡς ἂν ἐν βραχεῖ μάθῃς.
Θεοκλύμενος
Πῶς; Εἰδέναι πρόθυμος· οὐ γὰρ ἐλπίδων
ἔσω βέβηκα μίαν ὑπερδραμεῖν χέρα
[1525] τοσούσδε ναύτας, ὧν ἀπεστάλης μέτα.
Ἄγγελος
[1526] Ἐπεὶ λιποῦσα τούσδε βασιλείους δόμους
ἡ τοῦ Διὸς παῖς πρὸς θάλασσαν ἐστάλη
σοφώταθ' ἁβρὸν πόδα τιθεῖσ' ἀνέστενε
πόσιν πέλας παρόντα κοὐ τεθνηκότα.
[1530] Ὡς δ' ἤλθομεν σῶν περίβολον νεωρίων,
Σιδωνίαν ναῦν πρωτόπλουν καθείλκομεν
ζυγῶν τε πεντήκοντα κἀρετμῶν μέτρα
ἔχουσαν. Ἔργου δ' ἔργον ἐξημείβετο·
ὃ μὲν γὰρ ἱστόν, ὃ δὲ πλάτην καθίσατο
[1535] ταρσόν τε χειρί, λευκά θ' ἱστί' εἰς ἓν ἦν
πηδάλιά τε ζεύγλαισι παρακαθίετο.
Κἀν τῷδε μόχθῳ, τοῦτ' ἄρα σκοπούμενοι,
Ἕλληνες ἄνδρες Μενέλεῳ ξυνέμποροι
προσῆλθον ἀκταῖς ναυφθόροις ἠσθημένοι
[1540] πέπλοισιν, εὐειδεῖς μέν, αὐχμηροὶ δ' ὁρᾶν.
Ἰδὼν δέ νιν παρόντας Ἀτρέως γόνος
προσεῖπε δόλιον οἶκτον ἐς μέσον φέρων·
Ὦ τλήμονες, πῶς ἐκ τίνος νεώς ποτε
Ἀχαιίδος θραύσαντες ἥκετε σκάφος;
[1545] Ἆρ' Ἀτρέως παῖδ' ὀλόμενον συνθάπτετε,
ὃν Τυνδαρὶς παῖς ἥδ' ἀπόντα κενοταφεῖ;
Οἳ δ' ἐκβαλόντες δάκρυα ποιητῷ τρόπῳ,
ἐς ναῦν ἐχώρουν Μενέλεῳ ποντίσματα
φέροντες. Ἡμῖν δ' ἦν μὲν ἥδ' ὑποψία
[1550] λόγος τ' ἐν ἀλλήλοισι, τῶν ἐπεσβατῶν
ὡς πλῆθος εἴη· διεσιωπῶμεν δ' ὅμως
τοὺς σοὺς λόγους σῴζοντες· ἄρχειν γὰρ νεὼς
ξένον κελεύσας πάντα συνέχεας τάδε.
Καὶ τἄλλα μὲν δὴ ῥᾳδίως ἔσω νεὼς
[1555] ἐθέμεθα κουφίζοντα· ταύρειος δὲ ποὺς
οὐκ ἤθελ' ὀρθὸς σανίδα προσβῆναι κάτα,
ἀλλ' ἐξεβρυχᾶτ' ὄμμ' ἀναστρέφων κύκλῳ
κυρτῶν τε νῶτα κἀς κέρας παρεμβλέπων
μὴ θιγγάνειν ἀπεῖργεν. Ὁ δ' Ἑλένης πόσις
[1560] ἐκάλεσεν· Ὦ πέρσαντες Ἰλίου πόλιν,
οὐκ εἶ' ἀναρπάσαντες Ἑλλήνων νόμῳ
νεανίαις ὤμοισι ταύρειον δέμας
ἐς πρῷραν ἐμβαλεῖτε, φάσγανόν θ' ἅμα
πρόχειρον ὤσει σφάγια τῷ τεθνηκότι;
[1565] Οἳ δ' ἐς κέλευσμ' ἐλθόντες ἐξανήρπασαν
ταῦρον φέροντές τ' εἰσέθεντο σέλματα.
Μονάμπυκον δὲ Μενέλεως ψήχων δέρην
μέτωπά τ' ἐξέπεισεν ἐσβῆναι δόρυ.
Τέλος δ', ἐπειδὴ ναῦς τὰ πάντ' ἐδέξατο,
[1570] πλήσασα κλιμακτῆρας εὐσφύρῳ ποδί
Ἑλένη καθέζετ' ἐν μέσοις ἑδωλίοις,
ὅ τ' οὐκέτ' ὢν λόγοισι Μενέλεως πέλας·
ἄλλοι δὲ τοίχους δεξιοὺς λαιούς τ' ἴσοι
ἀνὴρ παρ' ἄνδρ' ἕζονθ', ὑφ' εἵμασι ξίφη
[1575] λαθραῖ' ἔχοντες, ῥόθιά τ' ἐξεπίμπλατο
βοῆς κελευστοῦ φθέγμαθ' ὡς ἠκούσαμεν.
Ἐπεὶ δὲ γαίας ἦμεν οὔτ' ἄγαν πρόσω
οὔτ' ἐγγύς, οὕτως ἤρετ' οἰάκων φύλαξ·
Ἔτ', ὦ ξέν', ἐς τὸ πρόσθεν ἢ καλῶς ἔχει
[1580] πλεύσωμεν; Ἀρχαὶ γὰρ νεὼς μέλουσι σοί.
Ὃ δ' εἶφ'· Ἅλις μοι. Δεξιᾷ δ' ἑλὼν ξίφος
ἐς πρῷραν εἷρπε κἀπὶ ταυρείῳ σφαγῇ
σταθεὶς νεκρῶν μὲν οὐδενὸς μνήμην ἔχων,
τέμνων δὲ λαιμὸν ηὔχετ'· Ὦ ναίων ἅλα
[1585] πόντιε Πόσειδον Νηρέως θ' ἁγναὶ κόραι,
σώσατέ μ' ἐπ' ἀκτὰς Ναυπλίας δάμαρτά τε
ἄσυλον ἐκ γῆς. Αἵματος δ' ἀπορροαὶ
ἐς οἶδμ' ἐσηκόντιζον οὔριοι ξένῳ.
Καί τις τόδ' εἶπε· Δόλιος ἡ ναυκληρία.
[1590] Πάλιν πλέωμεν· δεξιὰν κέλευε σύ,
σὺ δὲ στρέφ' οἴακ'. Ἐκ δὲ ταυρείου φόνου
Ἀτρέως σταθεὶς παῖς ἀνεβόησε συμμάχους·
Τί μέλλετ', ὦ γῆς Ἑλλάδος λωτίσματα,
σφάζειν φονεύειν βαρβάρους νεώς τ' ἄπο
[1595] ῥίπτειν ἐς οἶδμα; Ναυβάταις δὲ τοῖσι σοῖς
βοᾷ κελευστὴς τὴν ἐναντίαν ὄπα·
Οὐκ εἶ' ὃ μέν τις λοῖσθον ἀρεῖται δόρυ,
ὃ δὲ ζύγ' ἄξας, ὃ δ' ἀφελὼν σκαλμοῦ πλάτην
καθαιματώσει κρᾶτα πολεμίων ξένων;
[1600] Ὀρθοὶ δ' ἀνῇξαν πάντες, οἳ μὲν ἐν χεροῖν
κορμοὺς ἔχοντες ναυτικούς, οἳ δὲ ξίφη·
φόνῳ δὲ ναῦς ἐρρεῖτο. Παρακέλευσμα δ' ἦν
πρύμνηθεν Ἑλένης· Ποῦ τὸ Τρωικὸν κλέος;
Δείξατε πρὸς ἄνδρας βαρβάρους· σπουδῆς δ' ὕπο
[1605] ἔπιπτον, οἳ δ' ὠρθοῦντο, τοὺς δὲ κειμένους
νεκροὺς ἂν εἶδες. Μενέλεως δ' ἔχων ὅπλα,
ὅποι νοσοῖεν ξύμμαχοι κατασκοπῶν,
ταύτῃ προσῆγε χειρὶ δεξιᾷ ξίφος,
ὥστ' ἐκκολυμβᾶν ναός, ἠρήμωσε δὲ
[1610] σῶν ναυβατῶν ἐρετμά. Ἐπ' οἰάκων δὲ βὰς
ἄνακτ' ἐς Ἑλλάδ' εἶπεν εὐθύνειν δόρυ.
Οἳ δ' ἱστὸν ᾖρον, οὔριαι δ' ἧκον πνοαί.
Βεβᾶσι δ' ἐκ γῆς. Διαφυγὼν δ' ἐγὼ φόνον
καθῆκ' ἐμαυτὸν εἰς ἅλ' ἄγκυραν πάρα·
[1615] ἤδη δὲ κάμνονθ' ὁρμιατόνων μέ τις
ἀνείλετ', ἐς δὲ γαῖαν ἐξέβησέ σοι
τάδ' ἀγγελοῦντα. Σώφρονος δ' ἀπιστίας
οὐκ ἔστιν οὐδὲν χρησιμώτερον βροτοῖς.
Χορός
[1619] Οὐκ ἄν ποτ' ηὔχουν οὔτε σ' οὔθ' ἡμᾶς λαθεῖν
[1620] Μενέλαον, ὦναξ, ὡς ἐλάνθανεν παρών.
Θεοκλύμενος
Ὦ γυναικείαις τέχναισιν αἱρεθεὶς ἐγὼ τάλας·
ἐκπεφεύγασιν γάμοι με. Κεἰ μὲν ἦν ἁλώσιμος
ναῦς διώγμασιν, πονήσας εἷλον ἂν τάχα ξένους·
νῦν δὲ τὴν προδοῦσαν ἡμᾶς τεισόμεσθα σύγγονον,
[1625] ἥτις ἐν δόμοις ὁρῶσα Μενέλεων οὐκ εἶπέ μοι.
Τοιγὰρ οὔποτ' ἄλλον ἄνδρα ψεύσεται μαντεύμασιν.
Θεράπων
Οὗτος ὤ, ποῖ σὸν πόδ' αἴρεις, δέσποτ', ἐς ποῖον φόνον;
Θεοκλύμενος
Οἷπερ ἡ δίκη κελεύει με· ἀλλ' ἀφίστασ' ἐκποδών.
Θεράπων
Οὐκ ἀφήσομαι πέπλων σῶν· μεγάλα <γὰρ> σπεύδεις κακά.
Θεοκλύμενος
[1630] Ἀλλὰ δεσποτῶν κρατήσεις δοῦλος ὤν;
Θεράπων
Φρονῶ γὰρ εὖ.
Θεοκλύμενος
Οὐκ ἔμοιγ', εἰ μή μ' ἐάσεις
Θεράπων
Οὐ μὲν οὖν σ' ἐάσομεν.
Θεοκλύμενος
Σύγγονον κτανεῖν κακίστην
Θεράπων
Εὐσεβεστάτην μὲν οὖν.
Θεοκλύμενος
Ἥ με προύδωκεν
Θεράπων
Καλήν γε προδοσίαν, δίκαια δρᾶν.
Θεοκλύμενος
Τἀμὰ λέκτρ' ἄλλῳ διδοῦσα.
Θεράπων
Τοῖς γε κυριωτέροις.
Θεοκλύμενος
[1635] Κύριος δὲ τῶν ἐμῶν τίς;
Θεράπων
Ὃς ἔλαβεν πατρὸς πάρα.
Θεοκλύμενος
Ἀλλ' ἔδωκεν ἡ τύχη μοι.
Θεράπων
Τὸ δὲ χρεὼν ἀφείλετο.
Θεοκλύμενος
Οὐ σὲ τἀμὰ χρὴ δικάζειν.
Θεράπων
Ἤν γε βελτίω λέγω.
Θεοκλύμενος
Ἀρχόμεσθ' ἄρ', οὐ κρατοῦμεν.
Θεράπων
Ὅσια δρᾶν, τὰ δ' ἔκδικ' οὔ.
Θεοκλύμενος
Κατθανεῖν ἐρᾶν ἔοικας.
Θεράπων
[1639] Κτεῖνε· σύγγονον δὲ σὴν
[1640] οὐ κτενεῖς ἡμῶν ἑκόντων, ἀλλ' ἔμε· <ὡς> πρὸ δεσποτῶν
τοῖσι γενναίοισι δούλοις εὐκλεέστατον θανεῖν.
Διόσκοροι
[1642] Ἐπίσχες ὀργὰς αἷσιν οὐκ ὀρθῶς φέρῃ,
Θεοκλύμενε, γαίας τῆσδ' ἄναξ· δισσοὶ δέ σε
Διόσκοροι καλοῦμεν, οὓς Λήδα ποτὲ
[1645] ἔτικτεν Ἑλένην θ', ἣ πέφευγε σοὺς δόμους·
οὐ γὰρ πεπρωμένοισιν ὀργίζῃ γάμοις,
οὐδ' ἡ θεᾶς Νηρῇδος ἔκγονος κόρη
ἀδικεῖ σ' ἀδελφὴ Θεονόη, τὰ τῶν θεῶν
τιμῶσα πατρός τ' ἐνδίκους ἐπιστολάς.
[1650] Ἐς μὲν γὰρ αἰεὶ τὸν παρόντα νῦν χρόνον
κείνην κατοικεῖν σοῖσιν ἐν δόμοις ἐχρῆν·
ἐπεὶ δὲ Τροίας ἐξανεστάθη βάθρα,
καὶ τοῖς θεοῖς παρέσχε τοὔνομ', οὐκέτι·
ἐν τοῖσι δ' αὑτῆς δεῖ νιν ἐζεῦχθαι γάμοις
[1655] ἐλθεῖν τ' ἐς οἴκους καὶ συνοικῆσαι πόσει.
Ἀλλ' ἴσχε μὲν σῆς συγγόνου μέλαν ξίφος,
νόμιζε δ' αὐτὴν σωφρόνως πράσσειν τάδε.
Πάλαι δ' ἀδελφὴν κἂν πρὶν ἐξεσώσαμεν,
ἐπείπερ ἡμᾶς Ζεὺς ἐποίησεν θεούς·
[1660] ἀλλ' ἥσσον' ἦμεν τοῦ πεπρωμένου θ' ἅμα
καὶ τῶν θεῶν, οἷς ταῦτ' ἔδοξεν ὧδ' ἔχειν.
Σοὶ μὲν τάδ' αὐδῶ, συγγόνῳ δ' ἐμῇ λέγω·
πλεῖ ξὺν πόσει σῷ· πνεῦμα δ' ἕξετ' οὔριον·
σωτῆρε δ' ἡμεῖς σὼ κασιγνήτω διπλῶ
[1665] πόντον παριππεύοντε πέμψομεν πάτραν.
Ὅταν δὲ κάμψῃς καὶ τελευτήσῃς βίον,
θεὸς κεκλήσῃ καὶ Διοσκόρων μέτα
σπονδῶν μεθέξεις ξένιά τ' ἀνθρώπων πάρα
ἕξεις μεθ' ἡμῶν· Ζεὺς γὰρ ὧδε βούλεται.
[1670] Οὗ δ' ὥρισέν σοι πρῶτα Μαιάδος τόκος,
Σπάρτης ἀπάρας, τὸν κατ' οὐρανὸν δρόμον,
κλέψας δέμας σὸν μὴ Πάρις γήμειέ σε,
φρουρὸν παρ' Ἀκτὴν τεταμένην νῆσον λέγω
Ἑλένη τὸ λοιπὸν ἐν βροτοῖς κεκλήσεται,
[1675] ἐπεὶ κλοπαίαν σ' ἐκ δόμων ἐδέξατο.
Καὶ τῷ πλανήτῃ Μενέλεῳ θεῶν πάρα
μακάρων κατοικεῖν νῆσόν ἐστι μόρσιμον·
τοὺς εὐγενεῖς γὰρ οὐ στυγοῦσι δαίμονες,
τῶν δ' ἀναριθμήτων μᾶλλόν εἰσιν οἱ πόνοι.
Θεοκλύμενος
[1680] Ὦ παῖδε Λήδας καὶ Διός, τὰ μὲν πάρος
νείκη μεθήσω σφῶν κασιγνήτης πέρι·
ἐγὼ δ' ἀδελφὴν οὐκέτ' ἂν κτάνοιμ' ἐμήν.
Κείνη δ' ἴτω πρὸς οἶκον, εἰ θεοῖς δοκεῖ.
Ἴστον δ' ἀρίστης σωφρονεστάτης θ' ἅμα
[1685] γεγῶτ' ἀδελφῆς ὁμογενοῦς ἀφ' αἵματος.
Καὶ χαίρεθ' Ἑλένης οὕνεκ' εὐγενεστάτης
γνώμης, ὃ πολλαῖς ἐν γυναιξὶν οὐκ ἔνι.
Χορός
Πολλαὶ μορφαὶ τῶν δαιμονίων,
πολλὰ δ' ἀέλπτως κραίνουσι θεοί·
[1690] καὶ τὰ δοκηθέντ' οὐκ ἐτελέσθη,
τῶν δ' ἀδοκήτων πόρον ηὗρε θεός.
Τοιόνδ' ἀπέβη τόδε πρᾶγμα.